Μια ομάδα ανθρώπων φαίνεται ότι μπορούν και αντιμετωπίζουν τον νέο κορονοϊό άμεσα, χάρη στο ισχυρό ανοσοποιητικό τους σύστημα, σύμφωνα με επιστημονική έρευνα του University College του Λονδίνου. Όπως διαπιστώνουν οι επιστήμονες, οι άνθρωποι αυτοί αν και έχουν έρθει σε επαφή με τον ιό, τα Τ-κύτταρα στον οργανισμό τους τον καταπολεμούν άμεσα. Και κατά συνέπεια, όλα τα διαγνωστικά τεστ βγαίνουν αρνητικά.
Οι επιστήμονες προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς γίνεται σε μια οικογένεια όπου τα περισσότερα μέλη της έχουν νοσήσει, ένα από αυτά να μη διαγνωστεί ποτέ θετικό στον κορονοϊό. Όπως εξηγούν από την έρευνά τους, ένα ποσοστό ανθρώπων βιώνουν «ανεπιτυχή λοίμωξη». Δηλαδή, ενώ ο ιός εισέρχεται στον οργανισμό τους, τα Τ-κύτταρα (κατηγορία λευκών κυττάρων) τον εξουδετερώνουν άμεσα.
Υπολογίζεται ότι περίπου 15% των υγειονομικών στο Λονδίνο, που εντοπίστηκαν στο πρώτο κύμα της πανδημίας, ταιριάζουν σε αυτή την περιγραφή.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτή η ανακάλυψη ανοίγει ένα νέο δρόμο για την παρασκευή εμβολίων που θα εστιάζουν στη δράση των Τ-κυττάρων και θα εξασφαλίζουν ανοσία μεγάλης διάρκειας.
Σύμφωνα με τον Λίο Σβάλντινγκ, ανοσολόγο στο University College του Λονδίνου και συγγραφεά της έρευνας, «όλοι μας γνωρίζουμε μία τουλάχιστον περίπτωση ανθρώπου που εκτέθηκε στον ιό, αλλά δεν νόσησε. Αυτό που δεν γνωρίζαμε έως τώρα ήταν αν αυτά τα άτομα πράγματι απέφευγαν εντελώς τον ιό, ή αν κατόρθωναν να τον εξουδετερώσουν με φυσικό τρόπο πριν αυτός εντοπιστεί με εξετάσεις».
Η έρευνα παρακολούθησε με επιμέλεια υγειονομικούς για συμπτώματα και ανοσολογικές αντιδράσεις στη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας. Διαπιστώθηκε ότι παρά τους υψηλούς κινδύνους από την έκθεσή τους στον ιό, 58 συμμετέχοντες δεν βρέθηκαν θετικοί στην ασθένεια Covid-19 σε καμία περίπτωση. Ωστόσο, τα δείγματα αίματος που έδωσαν πριν κυριαρχήσει η πανδημία, έδειξαν ότι είχαν αυξημένα λευκά κύτταρα που αντιδρούσαν στον ιό, συγκριτικά με τα δείγματα που ελήφθησαν πριν από την πανδημία από ανθρώπους και συγκριτικά με τα δείγματα αίματος ανθρώπων που δεν εκτέθηκαν ποτέ στον κορονοϊό. Επίσης, είχαν αυξημένους άλλους αιματολογικούς δείκτες ιικής λοίμωξης.
Συνεπώς, αναφέρουν οι επιστήμονες, μια υποομάδα ανθρώπων είχαν αναπτύξει μνήμη στα Τ-κύτταρά τους από την έκθεσή τους σε άλλους εποχικούς κορονοϊούς, οι οποίοι προκαλούν κοινά κρυολογήματα, και έτσι προστατεύτηκαν από την ασθένεια Covid-19.
Αυτά τα κύτταρα του ανοσοποιητικού φαίνεται ότι «μυρίζονται» τις πρωτεΐνες που προκαλούν τον επιπολασμό του ιού, μηχανισμός κοινός σε όλους τους κορονοϊούς, και ο οργανισμός των ατόμων αυτών αντιδρά το ίδιο γρήγορα και αποτελεσματικά σε πρώιμο στάδιο στη μόλυνση. «Αυτά τα προϋπάρχοντα Τ-κύτταρα είναι προετοιμασμένα να αναγνωρίσουν τον SARS-CoV-2», επισημαίνει ο καθηγητής Σβάλντινγκ.
Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας προσθέτουν ακόμη ένα επίπεδο στο φάσμα αντίδρασης των οργανισμών στην έκθεση στην ασθένεια Covid-19, που πλέον κυμαίνεται από την απουσία λοίμωξης έως την πολύ σοβαρή νόσηση.
Σύμφωνα με τον συνεργάτη καθηγητή Βιομετρική Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου του Ρίντινγκ, Αλαξάντερ Έντουαρντς, «αυτή η μελέτη ταυτοποιεί ένα νέο ενδιάμεσο αποτέλεσμα: επαρκής έκθεση στον ιό μπορεί να προκαλέσει αντίδραση του ανοσοποιητικού μας συστήματος, αλλά όχι τέτοια ώστε να προκαλέσει συμπτώματα, να εντοπίσει σημαντικά επίπεδα του ιού ή να προκαλέσει την αντίδραση των αντισωμάτων».
Τα ευρήματα της έρευνας είναι σημαντικά γιατί το οπλοστάσιο των Τ-κυττάρων που έχει το ανοσοποιητικό μας τείνει να προσφέρει ανοσία μεγαλύτερης διάρκειας, ετών και όχι μηνών, συγκριτικά με τα αντισώματα. Σχεδόν όλα τα εμβόλια κατά του κορονοϊού δρουν με τρόπο ώστε να αυξάνονται τα αντισώματα που θα εξουδετερώσουν την πρωτεΐνη-ακίδα που επιτρέπει στον ιό SARS-CoV-2 να εισβάλει στα κύτταρα. Αυτά τα εξουδετερωτικά αντισώματα προστατεύουν εξαιρετικά έναντι της σοβαρής νόσησης, ωστόσο η ανοσία μειώνεται όσο περνάει ο καιρός και μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματικά έναντι των μεταλλάξεων.
Αντίθετα, η αντίδραση των Τ-κυττάρων δεν χάνει σύντομα την ισχύ της έναντι του μηχανισμού επιπολασμού και ένα εμβόλιο που θα επικεντρώσει τη δράση του σε αυτόν το μηχανισμό μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικό έναντι μεταλλάξεων, ακόμη και έναντι άλλων παθογόνων.
Όπως εξηγεί ο λέκτορας Λοιμωδών Νόσων της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ, Άντριου Φρίντμαν, τα ευρήματα της έρευνας είναι κρίσιμα γιατί δημιουργούν την προοπτική ενός νέου τύπου εμβολίου. «Ένα εμβόλιο που ενισχύει τα Τ-κύτταρα έναντι διαφορετικών πρωτεϊνών ιών, που όμως είναι κοινά μεταξύ των κορονοϊών, θα μπορούσε να συμπληρώνει τα υπάρχοντα εμβόλια που δημιουργούν εξουδετερωτικά αντισώματα. Γιατί όταν τα αντισώματα είναι λιγότερο αποτελεσματικά, τα Τ-κύτταρα μπορούν να κάνουν τη δουλειά».
Πηγή: The Guardian
