Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνήθως με τον όρο «έκτη αίσθηση» περιγράφονται κάποιες ασυνήθιστες υπερφυσικές ικανότητες, όπως η «προεπίγνωση», το να μπορεί κανείς να γνωρίζει από πριν ή να διαισθάνεται μελλοντικά συμβάντα, ο «διαυλισμός», όταν δηλαδή ένα άτομο ισχυρίζεται ότι έχει καταληφθεί από ένα πνεύμα το οποίο μιλά μέσω αυτού του ατόμου-διαύλου, καθώς και οι εξίσου ευφάνταστες ενορατικές ή τηλεπαθητικές «ικανότητες».

Αυτή η μυστηριώδης έκτη αίσθηση θεωρείται προϊόν της άυλης ψυχής μας και υποτίθεται ότι υπερβαίνει τις πέντε γνωστές αισθήσεις του σώματός μας (όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση).

Περιττό να διευκρινίσουμε ότι τέτοιες μαγικές «ικανότητες» ουδέποτε έχουν επιβεβαιωθεί επιστημονικά και θεωρούνται αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Ωστόσο, φαίνεται πως όντως διαθέτουμε ένα είδος «έκτης αίσθησης» για τις καταστάσεις κινδύνου ή άμεσης απειλής, όπως ανακοινώθηκε πριν από μια εβδομάδα στη Γαλλία.

Σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα κατέληξαν οι έρευνες των γνωσιακών νευροψυχολόγων Marwa El Zein από το Γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικών Ερευνών (INSERM), Julie Grezes και Valentin Wyart από την École Normale Supérieure (ENS).

Αυτές οι έρευνες σε δύο από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα στο Παρίσι έδειξαν όχι μόνο ότι διαθέτουμε ένα είδος έκτης αίσθησης αλλά και ότι αυτή εντοπίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου μας!

Πώς τα κατάφεραν; Κατέγραφαν την ηλεκτροεγκεφαλική δραστηριότητα μιας ομάδας εθελοντών στους οποίους έδειχναν εικόνες προσώπων με μια μεγάλη γκάμα εκφράσεων (από καθησυχαστικές μέχρι απειλητικές) ενώ, κάθε φορά, τους ζητούσαν να περιγράψουν τα αισθήματα που τους δημιουργούσαν αυτές οι αλλαγές στις εκφράσεις του προσώπου.

Γιατί όταν βλέπουμε ένα άτομο με οργισμένη έκφραση στο πρόσωπό του να κινείται προς το μέρος μας συνήθως το εκλαμβάνουμε ως απειλή;

Αναλύοντας υπομονετικά περισσότερα από χίλια τέτοια τεστ, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι αγχώδεις και ανασφαλείς άνθρωποι επεξεργάζονται το «σήμα κινδύνου» σε διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου τους απ’ ό,τι οι πιο ήρεμοι: οι μεν στις περιοχές του εγκεφάλου που επεξεργάζονται τις κινητικές αντιδράσεις, οι δε στις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την αναγνώριση προσώπων.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «eLife» στις 29 Δεκεμβρίου 2015, αποτελεί μια σαφή και πειραματικά τεκμηριωμένη ένδειξη ότι συγκεκριμένα εγκεφαλικά κέντρα σχετίζονται άμεσα με τα αισθήματα φόβου και πανικού.

Μάλιστα, τα απειλητικά αισθήματα γίνονται σχεδόν αυτομάτως αντιληπτά ως τέτοια: αρκούν μόλις 200 χιλιοστά του δευτερολέπτου για να ενεργοποιηθούν οι εγκεφαλικές περιοχές που μας θέτουν σε εγρήγορση απέναντι σε μια πιθανή απειλή.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα διαπίστωση που προέκυψε από αυτά τα πειράματα είναι ότι αν ένα οργισμένο ή φοβισμένο πρόσωπο κοιτά προς μια ορισμένη κατεύθυνση, τότε τα συναισθήματά του γίνονται ταχύτερα αντιληπτά από τους γύρω του απ’ ό,τι θα συνέβαινε αν το ίδιο πρόσωπο και το βλέμμα του εκδήλωναν πιο θετικά συναισθήματα.

«Οταν βρεθείτε μέσα σε ένα πλήθος θα είστε πολύ πιο ευαίσθητοι σε ένα οργισμένο πρόσωπο που σας κοιτά κατάματα απ’ ό,τι σε ένα πρόσωπο που, μολονότι είναι σκυθρωπό ή κατηφές, στέφει το βλέμμα του αλλού», όπως παρατηρεί η Marwa El Zein.

Αυτές οι έρευνες επιβεβαιώνουν και επιστημονικά αυτό που οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζαμε ανέκαθεν: σε μεγάλο βαθμό οι ανθρώπινες σχέσεις βασίζονται σε μη λεκτικούς και ενδεχομένως μη συνειδητούς τρόπους επικοινωνίας.

Σε αυτά τα αδιαφανή παιχνίδια της ανθρώπινης επικοινωνίας, η «γλώσσα του σώματος» αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύγλωττη. Και χάρη στην ικανότητά μας για «έκτη αίσθηση» οι πιο ανεπαίσθητες αλλαγές στις εκφράσεις του προσώπου, στις χειρονομίες και στον τόνο της φωνής του συνομιλητή μας αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα απ’ όσα ο ίδιος μας λέει και, ενδεχομένως, απ’ όσα επιθυμεί να μας πει.

Τα νευρωνικά κλειδοκύμβαλα των μουσικών απολαύσεων

Η κοινότοπη θεώρηση της μουσικής ως απόκοσμης και σχεδόν υπερφυσικής δραστη­ριότητας του ανθρώπινου «πνεύματος» ήταν μέχρι τώρα το μεγαλύτερο εμπόδιο για την κατανόηση της σωματικότητας και της θεμελιωδώς βιολογικής υπόστασης κάθε «άυλης» μουσικής εμπειρίας μας

Το γεγονός ότι η μουσική είναι μια μόνιμη παρουσία στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και ότι επιτελεί μια σημαντική βιολογική λειτουργία, επέβαλε στη σύγχρονη επιστήμη να αναζητήσει το κοινό σε όλους τους ανθρώπους υπόστρωμα της μουσικοφιλίας, δηλαδή τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις της.

Σε αυτό το πεδίο έρευνας η πρόοδος των γνώσεών μας σήμερα είναι εντυπωσιακή σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Στο τελευταίο τεύχος του εγκυρότατου διεθνώς περιοδικού «Neuron» δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα μιας σημαντικής έρευνας η οποία ισχυρίζεται ότι κατάφερε να εντοπίσει κάποια συγκεκριμένα -τοπολογικά όσο και λειτουργικά- νευρωνικά κυκλώματα που μας επιτρέπουν να απολαμβάνουμε τον μουσικό ρυθμό και τη μελωδία. Ούτε λίγο-ούτε πολύ, ανακάλυψαν το εγκεφαλικό υπόστρωμα της ανθρώπινης μουσικοφιλίας!

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον John Mc Dermott στα περίφημα εργαστήρια νευροπληροφορικής απεικόνισης του ΜΙΤ (Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης).

Στον πρώτο κύκλο πειραμάτων, που μόλις ολοκληρώθηκαν, δέκα εθελοντές υποβλήθηκαν στο άκουσμα 165 εντελώς διαφορετικών ήχων, όπως π.χ. ήχοι από ομιλίες, από κινητήρες αυτοκινήτων, από τηλέφωνα, από σύντομα μουσικά κομμάτια κοκ.

Καταγράφοντας τις δραστηριότητες του ακουστικού εγκεφαλικού φλοιού των εθελοντών ενώ άκουγαν τους διάφορους ήχους, οι ερευνητές κατάφεραν να απομονώσουν ένα νευρωνικό κύκλωμα που ενεργοποιούνταν αποκλειστικά στο άκουσμα μουσικών ήχων.

Με άλλα λόγια, κατάφεραν να απομονώσουν, μέσα στη ζούγκλα των νευρωνικών δικτύων, το κοινό στον ακουστικό μας φλοιό κύκλωμα από νευρώνες οι οποίοι ανταποκρίνονται και δραστηριοποιούνται επιλεκτικά στο άκουσμα της μουσικής.

Οπως διαπίστωσε ο Mc Dermott και οι συνεργάτες του, στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο ξεχωριστές ομάδες νευρώνων που δραστηριοποιούνται, όμως η μία ομάδα φαίνεται πως είναι πιο ευαίσθητη σε εύρυθμα λεκτικά ηχητικά σήματα.

Αυτό που δεν διευκρινίζεται από αυτήν την έρευνα είναι αν διαθέτουμε εκ γενετής διαφοροποιημένους μουσικόφιλους νευρώνες ή, αντίθετα, αν αυτά τα νευρωνικά κυκλώματα διαφοροποιούνται κατά την παιδική ηλικία ως αποτέλεσμα των μουσικών ερεθισμάτων.

«Το γεγονός ότι φαίνεται πως υπάρχει ένας πληθυσμός από νευρώνες που απαντούν επιλεκτικά στη μουσική είναι μια σαφής ένδειξη ότι οι μουσικές νότες έχουν μεγάλη σημασία για τους ανθρώπους, δεν μας αποκαλύπτει όμως τίποτα για τις εξελικτικές απαρχές της μουσικής. Επομένως, μπορούμε τώρα να διερευνήσουμε αν αυτές οι επιλεκτικές απαντήσεις των νευρώνων μας στη μουσική υπάρχουν εκ γενετής, και αν είναι κοινές σε πολιτισμούς με διαφορετικές μουσικές παραδόσεις», λέει ο Mc Dermott, περιγράφοντας τον επόμενο στόχο των πρωτοποριακών ερευνών του.