O συμβολισμός υπήρξε ένα σπουδαίο πνευματικό και καλλιτεχνικό κίνημα του ύστερου 19ου αιώνα, που εμφανίστηκε αρχικά στη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Ρωσία, αλλά οι ρίζες του μπορούν να αναζητηθούν νωρίτερα στο έργο διάφορων λογοτεχνών και φιλοσόφων: το έδαφος για την εμφάνισή του είχαν προετοιμάσει οι φιλοσοφικές θεωρίες του Σοπενάουερ και του Νίτσε, αλλά και η ποιητική του Μποντλέρ.
Πάντως, ο όρος «συμβολισμός» εισάγεται επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1886 στο λογοτεχνικό μανιφέστο που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Φιγκαρό» ο ελληνικής καταγωγής ποιητής Ζαν Μορεάς (Jean Moreas), όπου έγραφε: «Προτείναμε την επωνυμία Συμβολισμός ως τη μόνη ικανή να προσδιορίσει ορθά την τρέχουσα τάση του δημιουργικού πνεύματος στην τέχνη». Επειτα από πέντε χρόνια, το 1891, ο Ζορζ Αλμπέρ Οριέρ εισάγει τον νέο όρο και στις εικαστικές τέχνες.
Πράγματι, στις εικαστικές τέχνες το κίνημα του Συμβολισμού εκδηλώνεται ως αντίδραση στον νατουραλισμό και στον ιμπρεσιονισμό, που, με την εμμονή τους στη ρεαλιστική αναπαράσταση της «πραγματικότητας», περιόριζαν ασφυκτικά την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Ο Συμβολισμός, αντίθετα, θεωρεί τις αφηρημένες ιδέες και έννοιες, τη φαντασία και το όνειρο ως αναγκαία και αναπόσπαστα στοιχεία κάθε ανθρώπινης νοητικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ισως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να περιγραφεί το κίνημα του συμβολισμού, επειδή, αφενός, είναι τόσο πολύμορφο στις εκδηλώσεις του και, αφετέρου, στοχεύει προγραμματικά στη νοητικά ελεύθερη έκφραση και την καλλιτεχνική αποτύπωση των βαθύτερων ανθρώπινων ιδεών.
Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο συγγραφέας του βιβλίου «Δάσος συμβόλων», «συμβολιστική είναι κάθε τέχνη που εκδηλώνεται κυρίως χάρη στο νόημά της». Πρόκειται δηλαδή για μία αισθητική αλλά και γνωσιολογική στάση που διατυπώνεται ρητά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα και, έκτοτε, υιοθετείται από όλο και περισσότερους σπουδαίους καλλιτέχνες. Παρά τις κοινωνικοπολιτικές διαφορές μεταξύ τους και παρά τις αισθητικά διαφορετικές μεθόδους ή τους τρόπους έκφρασης που υιοθετούσαν στις επιμέρους τέχνες τους, οι συμβολιστές έθεταν ως κοινή προτεραιότητά τους την ανάδειξη του νοήματος στον πυρήνα της τέχνης τους».
Πράγματι, οι συμβολιστές έβλεπαν την τέχνη ως την επανάσταση του νοήματος, δηλαδή ως μια ριζική ανατροπή του τρόπου που εννοιοποιούμε τον κόσμο. Ωστόσο, τις ίδιες γνωσιολογικές ανησυχίες με τους συμβολιστές καλλιτέχνες μοιράζονται, σε σημαντικό βαθμό, και κάποιοι κορυφαίοι επιστήμονες της εποχής, κυρίως οι μαθηματικοί και θεωρητικοί της Λογικής, οι οποίοι δεν ικανοποιούνταν από τον απλοϊκό εμπειρισμό και τον λογικό θετικισμό που κυριαρχούσαν τότε στα επιστημονικά πεδία τους.
Μία από τις πολλές αρετές αυτού του πολύ ενδιαφέροντος και άριστα μεταφρασμένου βιβλίου είναι ότι διερευνά το πώς αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους οι νέες προσεγγίσεις της πραγματικότητας τόσο από τις τέχνες όσο και από τις θεωρητικές επιστήμες (Μαθηματικά και Λογική). Αποκαλύπτοντας έτσι το γιατί κάποιοι μεγάλοι καλλιτέχνες επηρεάστηκαν από ορισμένους κορυφαίους επιστήμονες και αντιστρόφως!
Ωστόσο, οι έρευνες του Αντρέι Ποπ σε αυτό το βιβλίο δεν περιορίζονται στο πώς μεμονωμένοι καλλιτέχνες προσέλαβαν και οικειοποιήθηκαν τα νέα δεδομένα των επιστημονικών αναζητήσεων της εποχής τους, αλλά εστιάζουν και στα συναφή φιλοσοφικά ζητήματα, τα οποία, όπως δείχνει, μπορούν κάλλιστα να είναι κοινά στις δύο υποτίθεται τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις της επιστήμης και της τέχνης.
Πράγματι, αναλύοντας λεπτομερώς τις λογοτεχνικές πρακτικές και τις εικαστικές επιλογές των Μανέ και Μαλαρμέ, τα επιστημολογικά προγράμματα των Ερνστ Μαχ και Ουίλιαμ Τζέιμς, τους εικαστικούς πειραματισμούς με το χρώμα του Μπρακεμόν και του Βαν Γκογκ, αλλά και τις ανατρεπτικές προσεγγίσεις της Λογικής από τους Φρέγκε, Ράσελ και Βιτγκενστάιν, ο συγγραφέας συνθέτει μια εντυπωσιακή και απρόσμενη εικόνα της επιρροής της συμβολιστικής παράδοσης στη νεωτερική σκέψη.
