ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις μέρες μας, η επιστημονική έρευνα κάθε έλλογης, συναισθηματικής και κοινωνικής εκδήλωσης του ανθρώπινου νου συνδέεται τόσο στενά με την ανάλυση της δομής και της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, ώστε σχεδόν οι πάντες μιλάνε για «συναισθηματικό» και «κοινωνικό» εγκέφαλο, που μαζί με τον «γνωσιακό» εγκέφαλο απαρτίζουν τη νοητική μας μηχανή. Ετσι, η επιστημονική κατανόηση κάθε νοητικού φαινομένου –από τις πιο αφηρημένες σκέψεις μας μέχρι τις πιο σφοδρές συναισθηματικές μας αντιδράσεις– ισοδυναμεί με την αναγωγή του στις αντίστοιχες δομές ή λειτουργίες του εγκεφάλου που το παράγει.

Εντούτοις, επί χιλιετίες, η κυρίαρχη επιστημονική και πολιτισμική αντίληψη επέβαλλε τη συστηματική υποτίμηση και την απαξίωση των συναισθημάτων ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αμερόληπτης, έλλογης σκέψης. Γι’ αυτό, από την πιο τρυφερή ηλικία, η οικογένεια και το σχολείο μάς διδάσκουν να απαξιώνουμε και να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας.

Βέβαια, η καθημερινή εμπειρία μας αλλά και σωρεία νευροψυχολογικών ερευνών υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο: δεν μπορούμε ποτέ να απελευθερωθούμε εντελώς από τα συναισθήματά μας. Αν μάλιστα σε ένα άτομο συμβεί να αποκοπούν –εξαιτίας της ευνουχιστικής παιδαγωγικής, ενός ατυχήματος ή μετά από νευροχειρουργική επέμβαση– οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των συναισθημάτων και της έλλογης σκέψης, τότε συμπεριφέρεται όχι σαν άνθρωπος αλλά σαν ζόμπι ή βραχυκυκλωμένο ρομπότ.

Τα όρια της αναγωγιστικής προσέγγισης του εγκεφάλου

Μέχρι σήμερα, οι πιο πρωτοποριακές έρευνες της παθολογίας και της νευροβιολογικής λειτουργίας των συναισθημάτων πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ, στο εργαστήριο του περίφημου Πορτογάλου νευροεπιστήμονα Antonio Damasio. Μελετώντας κάποιες διάσημες πια κλινικές περιπτώσεις ατόμων με βλάβη στον προσθιομετωπιαίο εγκεφαλικό φλοιό, πρώτος αυτός ο ερευνητής κατάφερε να αναδείξει τις νευρολογικές προϋποθέσεις και το εγκεφαλικό υπόστρωμα ορισμένων συναισθηματικών συμπεριφορών.

Το ερώτημα που έθεσε ο Damasio ήταν: πώς γίνεται τα ίδια άτομα που ήταν αξιαγάπητα και κοινωνικότατα πριν υποστούν κάποια βλάβη σε ορισμένη εγκεφαλική περιοχή, να μεταμορφώνονται κατόπιν σε βίαια και αντικοινωνικά «τέρατα», παντελώς ανίκανα να βιώσουν ενδιαφέρον, αγάπη και στοργή ή να σχεδιάσουν οτιδήποτε για το άμεσο μέλλον»; Η έρευνα αυτών των περιπτώσεων οδήγησε στον ακριβή εντοπισμό ενός αποφασιστικού εγκεφαλικού κυκλώματος, μιας βασικής νευρικής οδού επικοινωνίας που συνδέει τον έλλογο με τον συναισθηματικό νου. Πιο συγκεκριμένα, είναι τα ανώτερα κέντρα του μετωπιαίου φλοιού μαζί με την αμυγδαλή, μια αρχέγονη υποφλοιώδη δομή, που ρυθμίζουν τις απαντήσεις του εγκεφάλου στις συναισθηματικές καταστάσεις.

Οι έρευνες τόσο του Damasio όσο και άλλων νευροεπιστημόνων έδειξαν ότι όταν διακόπτεται –από κάποια βλάβη ή από χειρουργική επέμβαση– αυτό το σταυροδρόμι που συνδέει τον «ανώτερο» ορθολογικό εγκέφαλο με τον «κατώτερο» συναισθηματικό εγκέφαλο, τότε οι ασθενείς μεταμορφώνονται σε απαθή ζόμπι: πλάσματα ικανά να κάνουν έλλογες σκέψεις, αλλά παντελώς ανίκανα να τις χρωματίζουν ή να τις εμπλουτίζουν με συναισθήματα. Η ανάγκη, ωστόσο, επανένταξης και αναβάθμισης της λειτουργίας των συναισθημάτων δεν προέκυψε μόνο από την έρευνα των νευρολογικών παθήσεων, αλλά και από πλήθος ψυχολογικών ερευνών σε φυσιολογικά άτομα.

Ετσι, το 1990, οι Αμερικανοί ψυχολόγοι P. Salovey και J. Mayer θα εισαγάγουν για πρώτη φορά τον όρο «συναισθηματική νοημοσύνη» για να περιγράψουν τη νοητική μας ικανότητα να διακρίνουμε, να αναγνωρίζουμε και να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματα των άλλων και τα δικά μας για να καθοδηγούμε τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Μόλις λίγα χρόνια πριν, το 1983, ένας άλλος διάσημος Αμερικανός ψυχολόγος, ο Howard Gardner, είχε προτείνει τον όρο «διαπροσωπική νοημοσύνη» για να περιγράψει κάτι ανάλογο.

Πάντως, ο όρος «συναισθηματική νοημοσύνη» θα γίνει ευρύτατα γνωστός μόνο μετά το 1995, όταν θα εκδοθεί το ομότιτλο μπεστ σέλερ του Daniel Goleman (στα ελλ. κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα). Σε αυτό το πολύ επιτυχημένο βιβλίο του ο Goleman, ένας άγνωστος μέχρι τότε συγγραφέας, κατάφερε να συνοψίσει και να εκλαϊκεύσει, με τρόπο εύπεπτο και μάλλον απλοϊκό, τις πιο ετερογενείς κατακτήσεις της νευροεπιστήμης και της γνωσιακής ψυχολογίας της εποχής. Εκτοτε, όλοι θα ανακαλύψουν, ως διά μαγείας, ότι διαθέτουν τη μέχρι τότε υποβαθμισμένη «συναισθηματική νοημοσύνη».

Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι οι ειδικοί νευροεπιστήμονες με αυτές τις εξελίξεις, θεωρώντας ότι πρόκειται μόνο για μια μόδα, για ακόμη μια εύπεπτη και παρηγορητική «New Age» ιδέα. Και δεν έχουν εντελώς άδικο όσοι ασκούν κριτική: η ιδέα της «συναισθηματικής νοημοσύνης» είναι η πρώτη, επιστημονικά ανεπαρκής, προσπάθεια να κατανοηθούν οι περίπλοκες και αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στις φλοιικές και τις υποφλοιικες δομές του εγκεφάλου ή, όπως λέγεται με περισσή ευκολία, ανάμεσα στον «έλλογο» και τον «συναισθηματικό» εγκέφαλό μας. Δικαιολογημένα, λοιπόν, γίνεται κανείς καχύποπτος και επιφυλακτικός όταν βλέπει αυτή την ιδέα να μετατρέπεται σε αντικείμενο μαζικής εκμετάλλευσης ή και χυδαίας εμπορευματοποίησης από τους επιτήδειους «ψυχοθεραπευτές» και τους «ψυχοδιαχειριστές».

Οσο για τη νοημοσύνη του «κοινωνικού» εγκεφάλου, μέχρι σήμερα, τόσο οι ψυχολόγοι όσο και η κοινωνιολόγοι, δεν έχουν καταλήξει σε έναν σαφή ή, έστω, κοινά αποδεκτό ορισμό της κοινωνικής νοημοσύνης και των τυπικών της γνωρισμάτων, που υποτίθεται ότι τη διαφοροποιούν από τις άλλες μορφές νοημοσύνης. Υπάρχουν τόσοι ορισμοί και τρόποι καταμέτρησης της κοινωνικής νοημοσύνης, όσοι και οι ερευνητές που μελετούν αυτά τα πολύπλοκα βιοκοινωνικά φαινόμενα. Και τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τον περιβόητο «κοινωνικό εγκέφαλο».

Πράγματι, οι πιο επιφανείς νευροεπιστήμονες, ενώ συνήθως διαφωνούν για τα επιμέρους ζητήματα, συμφωνούν στο ότι οι έρευνες σχετικά με τις γενετικές και τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις της κοινωνικής μας συμπεριφοράς βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Επομένως, πρέπει να θεωρείται πρόωρο και εξαιρετικά επισφαλές κάθε συμπέρασμα που εστιάζει αποκλειστικά στους «ενδογενείς» παράγοντες (εγκεφαλικούς και γενετικούς) που καθορίζουν την κοινωνική συμπεριφορά μας.