ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H ιατρική του εικοστού πρώτου αιώνα αλλά και οι νέες επιστήμες της διατροφής που αναπτύχθηκαν την τελευταία εικοσαετία δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο του σωματικού βάρους και στη διατήρησή του σε φυσιολογικά επίπεδα ως βασική ασπίδα προστασίας από πληθώρα νοσημάτων που μαστίζουν τις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες: από τα καρδιοαγγειακά νοσήματα και τον καρκίνο μέχρι την κατάθλιψη. Και αποτελεί κοινότοπη διαπίστωση ότι η υπερβολική αύξηση του σωματικού βάρους και η παχυσαρκία συμβάλλουν αποφασιστικά στην εκδήλωση αυτών των μαζικών πια παθολογιών στις δυτικές κοινωνίες.

Τα παχύσαρκα άτομα ξεπερνούν πλέον παγκοσμίως το ένα δισεκατομμύριο, ενώ οι επιδημιολόγοι υπολογίζουν πως στα επόμενα 15 χρόνια το 50% των κατοίκων στις πιο αναπτυγμένες χώρες θα είναι παχύσαρκοι. Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο, καθώς το 63% των Ελλήνων ηλικίας άνω των 18 είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, ενώ η χώρα μας έχει τα πρωτεία στην Ε.Ε. στην παιδική παχυσαρκία και διεκδικεί μία από τις πρώτες θέσεις στην παχυσαρκία των ενηλίκων: ένας στους τέσσερις Ελληνες και μία στις τέσσερις Ελληνίδες ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Γιατί, ωστόσο, έχουμε συχνά την τάση να τρώμε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόμαστε; Και γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που ακολουθούν μια αυστηρή δίαιτα μόλις καταφέρουν να χάσουν κάποια κιλά τα ξαναπαίρνουν ύστερα από λίγο χρόνο; Από ποιους εγκεφαλικούς και βιοχημικούς μηχανισμούς εξαρτάται το πόσο ή το τι τρώμε και το πότε πρέπει να σταματήσουμε; Μέχρι πρόσφατα, σε αυτά τα ερωτήματα δεν διαθέταμε καμία ικανοποιητική ή, έστω, επαρκή επιστημονική εξήγηση.

Μέσα στον εγκέφαλο των… Γαργαντούα

Η καταναγκαστική υπερφαγία είναι μια διατροφική διαταραχή που αφορά την κατανάλωση μιας πολύ μεγαλύτερης ποσότητας τροφής από αυτήν που φυσιολογικά χρειάζεται ένα άτομο, σύμφωνα με το ύψος, το φύλο και την ηλικία του. Πάντως, από καιρό είναι γνωστό στους ειδικούς ότι το σύνθετο παιχνίδι της βουλιμίας και της υπερφαγίας σχετίζεται άμεσα με την απορρύθμιση δύο, τουλάχιστον, νευρωνικών κυκλωμάτων, δηλαδή δύο εγκεφαλικών μηχανισμών.

Ο πρώτος μηχανισμός ελέγχει τη φυσιολογική μας ανάγκη για τροφή, ενώ ο δεύτερος ρυθμίζει την επιθυμία για τροφή. Επίσης, είναι γνωστό ότι ο βασικός ομοιοστατικός μηχανισμός που εποπτεύει τις καθημερινές διαιτολογικές μας ανάγκες βρίσκεται στα βάθη του εγκεφάλου και συγκεκριμένα στον υποθάλαμο.

Αυτή η εγκεφαλική δομή του διάμεσου εγκεφάλου –βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον θάλαμο– ρυθμίζει τις περισσότερες ενδοκρινικές και σπλαχνικές λειτουργίες του οργανισμού. Στον υποθάλαμο φτάνουν όλα τα σήματα που μεταφέρουν πληροφορίες από το πεπτικό σύστημα και τότε, αυτός, αφού αξιολογήσει και συσχετίσει αυτές τις πληροφορίες, αποφασίζει και στέλνει την εντολή για το αν πρέπει ή όχι να φάμε, έτσι ώστε να διατηρείται σχετικά σταθερό το σωματικό μας βάρος.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι στην επιλογή για την κατανάλωση τροφών πρέπει να εμπλέκονται και άλλοι «ανώτεροι» μηχανισμοί του εγκεφαλικού φλοιού που επηρεάζουν σημαντικά και τελικά καθορίζουν τις διατροφικές μας συνήθειες. Ενα τέτοιο ανώτερο κέντρο αποφάσεων είναι το λεγόμενο σύστημα ικανοποίησης και ανταμοιβής της ντοπαμίνης. Το σύστημα αυτό, για παράδειγμα, ενεργοποιείται όταν νιώθουμε έντονη επιθυμία για ένα γλυκό, ενώ έχουμε μόλις φάει. Προφανώς, η σφοδρή επιθυμία μας για ένα γλυκό δεν προκύπτει από πείνα, αλλά από το σύστημα ανταμοιβής της ντοπαμίνης. Σε πολλές περιπτώσεις, η επιθυμία για ένα συγκεκριμένο είδος τροφής υπερτερεί και κυριαρχεί πάνω στη φυσιολογική μας ανάγκη για τροφή: αυτό συμβαίνει όταν, ενώ δεν πεινάμε, νιώθουμε την «ανεξήγητη» επιθυμία για μια εύγευστη τροφή.

Η αδυναμία μας να εφαρμόσουμε μια αυστηρή δίαιτα και να ελέγξουμε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη σχεδόν ακατανίκητη παρόρμησή μας να τρώμε για λόγους ψυχολογικής ανταμοιβής, και όχι για να ικανοποιήσουμε τις πραγματικές διατροφικές μας ανάγκες, συνεπάγεται την απορρύθμιση της διατροφικής ομοιοστατικής λειτουργίας των νευρωνικών κυκλωμάτων στον υποθάλαμο, με άμεση επίπτωση την αύξηση του σωματικού βάρους και, μακροπρόθεσμα, την παχυσαρκία.