Μηχανολόγοι και επιστήμονες του αμερικανικού στρατού σχεδιάζουν και διερευνούν, από καιρό, τη δυνατότητα κατασκευής μιας νέας γενιάς ρομποτικών μηχανών, που επειδή θα διαθέτουν ένα υβριδικό ή, ακριβέστερα, μικτό ηλεκτρονικό-βιολογικό μυϊκό σύστημα, δηλαδή ένα υβριδικό «μυϊκό σύστημα», θα μπορούν να κινούνται όπως ορισμένα είδη ζώων.
Οι έρευνες για την κατασκευή των νέων «υβριδικών ρομπότ» ξεκίνησαν κατά τη δεκαετία του 1990, ενώ οι πρώτες πρακτικές εφαρμογές της νέας τεχνολογίας εμφανίστηκαν πριν από μία δεκαετία. Στόχος αυτού του τομέα έρευνας της Ρομποτικής (Βιομηχανολογία) είναι η δημιουργία ρομπότ ικανών να εκδηλώνουν κάποιες συγκεκριμένες βιολογικές και σωματικές λειτουργίες ορισμένων ζώων ή και των ανθρώπων.
Ο Dean Culver, ένας από τους πιο δημιουργικούς ερευνητές σε αυτόν τον τομέα, που εργάζεται για τον αμερικανικό στρατό, αναφέρει τον λύκο ως ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των ερευνητικών προσπαθειών.
Ενα ζώο, δηλαδή, που είναι ικανό να διανύει εκατοντάδες χιλιόμετρα στις πιο διαφορετικές γεωλογικά περιοχές και σε ακραίες κλιματολογικά συνθήκες, χωρίς να χρειάζεται τρώει όσο κινείται.
Αντίθετα, το πιο περίπλοκο, μέχρι σήμερα, ρομπότ –με βάρος και μέγεθος συγκρίσιμο με αυτό των λύκων– είναι σε θέση να κινείται μόνο πάνω σε ρόδες, να αντλεί την αναγκαία για την κίνησή του ενέργεια από μια μπαταρία που διαρκεί μόνο μία ή δύο ώρες και αρκεί να συναντήσει στον δρόμο του μία πέτρα ή μία λακκούβα κάποιων διαστάσεων για να ανατραπεί ή να ακινητοποιηθεί.
Για τον Culver και τους συνεργάτες του, λοιπόν, ήταν προφανές ότι για να βελτιωθούν οι επιδόσεις των μελλοντικών ζωόμορφων ρομπότ θα έπρεπε το τεχνητό «μυϊκό» τους σύστημα να διαθέτει κάποια από τα φυσιολογικά και βιοχημικά χαρακτηριστικά των μυών των πραγματικών ζώων, την κίνηση των οποίων επιθυμούμε να αναπαράγουν τα ρομπότ. Για παράδειγμα, την εγγενή ελαστικότητα, την εντυπωσιακή ευελιξία και τη μεγάλη ικανότητα προσαρμογής των κινήσεων των περισσότερων θηλαστικών σε διαφορετικούς τύπους υπεδάφους.
Για να επιτύχουν κάτι ανάλογο στα ρομπότ, οι ερευνητές αυτοί εστίασαν το ενδιαφέρον τους στους λεγόμενους «βιο-υβριδικούς ιστούς»: τεχνητοί ιστοί που μολονότι έχουν αναπτυχθεί εργαστηριακά είναι ικανοί, ώς έναν βαθμό, να αναπαράγουν τις επιθυμητές ιδιότητες των βιολογικών ιστών ορισμένων ζωικών ειδών.
Διαπίστωσαν, λοιπόν, ότι όποτε συνέδεαν αυτούς τους υβριδικούς ιστούς με τις ανελαστικές ή ημιελαστικές δομές των ρομπότ, τότε αυτές οι μη βιολογικές υβριδικές δομές, αν δέχονταν τα κατάλληλα ηλεκτρικά ερεθίσματα, μπορούσαν να συστέλλονται και να διαστέλλονται, όπως ακριβώς κάνουν οι σκελετικοί μύες των ζώων.
Η πρώτη εφαρμογή αυτής της τεχνολογικής καινοτομίας θα γίνει σε ζωόμορφα στρατιωτικά ρομπότ, που η σωματική δομή και το βάρος τους θυμίζει την προβατοκάμηλο ή λάμα (Llama glama), ένα συμπαθητικό θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Καμηλιδών και ζει στα ψηλά οροπέδια του Περού και της Βολιβίας (βλ. φωτ.).
