Στο πλαίσιο των ανοιχτών ομιλιών-συζητήσεων στο «Αιγινήτειο», το Σάββατο 9 Νοεμβρίου στις 11.00, ο διεθνούς φήμης Eλληνας νευροεπιστήμονας -αλλά και σύγχρονος θυμόσοφος- Ανδρέας Παπανικολάου θα εξηγήσει την αμφίδρομη σχέση του ανθρώπινου θυμικού με τον ποιητικό λόγο.
Γιατί ο ποιητικός λόγος είναι κατά κανόνα πολύ πιο πειστικός από τον επιστημονικό λόγο; Η απάντηση σε αυτό το δύσκολο και διαχρονικά επίκαιρο ζήτημα είναι ο στόχος της ομιλίας του. Στο πλαίσιο της οποίας θα αναλύσει τις έννοιες «αισθητική» και «ωραιότητα» και το πώς αυτές σχετίζονται με το ανθρώπινο θυμικό, δηλαδή με τις συναισθηματικές και πνευματικές λειτουργίες μας. Τέλος, θα εξετάσει και θα αποτιμήσει τη συμβολή της «Νευροαισθητικής» στη διαλεύκανση των εμπλεκόμενων εννοιών και στην επίλυση του ζητήματος.
• Μπορούν οι σύγχρονες Νευροεπιστήμες και ειδικότερα η Νευροαισθητική να εξηγήσουν τη γοητεία που ασκεί στον ανθρώπινο νου ο ποιητικός λόγος και ευρύτερα η ομορφιά των αισθητικών αντικειμένων;
Η πειστικότητα της ομορφιάς γενικώς και της ομορφιάς του ποιητικού λόγου ειδικότερα αλλά και της δυνατότητάς του να παραπλανεί ήταν ανέκαθεν γνωστή. Γι’ αυτό άλλωστε «εξεδίωξε» ο Πλάτων από την ιδανική του Πολιτεία τους ποιητές εκείνους που διαπαιδαγωγούσαν τη νεολαία με ψευδείς μύθους για τους θεούς. Σε τι όμως έγκειται αυτή η δυνατότητα του ποιητικού λόγου; Αυτό είναι το κεντρικό θέμα της ομιλίας μου.
Η δε στρατηγική της απάντησής μου συνίσταται περιληπτικώς στα εξής: Εν πρώτοις, ανασκευάζονται οι εύκολες εξηγήσεις του τύπου «ο ποιητικός λόγος εστιάζει την προσοχή μας στην ωραιότητα μορφής του και την εκτρέπει από το εννοιολογικό του περιεχόμενο». Ανασκευάζεται επίσης η ακόμα πιο λανθασμένη αναγωγιστική εξήγηση η επικαλούμενη τις μεθόδους της «Νευροαισθητικής», ειδικά αυτές της λειτουργικής απεικόνισης του εν δράσει εγκεφάλου.
Την αποκαλώ δε «ακόμα πιο λανθασμένη» διότι σήμερα μόνον το ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται παρουσία αντικειμένων που εγείρουν την αισθητική συγκίνηση είναι εφικτό να απεικονιστεί με τις σύγχρονες νευροαπεικονιστικές μεθόδους. Επομένως η Νευροαισθητική δεν μπορεί να απαντήσει στο πώς οι περιοχές αυτές παράγουν αυτή τη θυμική μας απόκριση ούτε ποια είναι η φύση αυτής της αισθητικής απόκρισης ούτε στον ρόλο της στην οικονομία του ζην. Δηλαδή αδυνατεί να ταυτοποιήσει το ποιητικό, το ειδικό και το τελικό αίτιό της και επομένως την αφήνει ανεξήγητη.
Εν συνεχεία αναγνωρίζεται το γεγονός ότι η πεποίθηση για το αληθές οποιουδήποτε θέματος είναι κατά βάση μια θυμικώς φορτισμένη εμπειρία και το γεγονός ότι ο ποιητικός λόγος αυτός καθ’ εαυτόν αλλά και εν σχέσει προς τον επιστημονικό ή τον ρητορικό λόγο είναι κατ’ εξοχήν θυμικός διότι η ωραιότητά του εγείρει τη «λεπτή συγκίνηση» όπως την ονόμασε ο Καβάφης.
Αποδεικνύεται κατόπιν εμπράκτως ότι μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις για να εγείρει ο ποιητικός λόγος τη «λεπτή» αυτή συγκίνηση είναι η ετοιμότητά μας να τον αποδεχθούμε συγκαταβατικά, αποδεχόμενοι επομένως και τη μορφή και το περιεχόμενό του ως έγκυρα. Αντιθέτως, εάν αντιμετωπίσουμε τον ποιητικό λόγο με τον ίδιο τρόπο που συνήθως αντιμετωπίζουμε τον επιστημονικό λόγο τότε δεν λειτουργεί: δεν εγείρει δηλαδή καμία θυμική απόκριση εκ μέρους μας.
• Αν όμως η γοητεία του ποιητικού λόγου προϋποθέτει την παραπλάνηση, τότε μήπως είχε δίκιο ο Πλάτων που ήθελε να «αποβάλει» τους ποιητές από την ουτοπική Πολιτεία του;
Βάσει των ανωτέρω επιχειρημάτων συνάγεται ότι ο λόγος για τον οποίο η ωραία ποιητική έκφραση είναι συνάμα υπέρ το δέον πειστική και επομένως δυνάμει παραπλανητική είναι ο εξής: Μέσω της πολύχρονης εμπειρίας μας με την τέχνη γενικώς και την ποιητική τέχνη ειδικότερα, έχουμε μάθει να υιοθετούμε αυτομάτως τη στάση της συγκατάβασης και της αποδοχής εν όψει του ωραίου λόγου έτσι ώστε να μπορέσουμε να βιώσουμε τη συγκίνηση που μας προσφέρει. Υπ’ αυτές τις συνθήκες το περιεχόμενο του ποιητικού λόγου γίνεται συνήθως ακρίτως αποδεκτό, ειδικά όταν ο λόγος δεν περιέχει εμφανώς παράλογα νοήματα.
Αυτή η σχετικά άκριτη αποδοχή του ποιητικού λόγου είναι πολύ συνηθέστερη στα παιδιά τα οποία, εν αντιθέσει προς τους ενήλικες, δεν έχουν προλάβει να μάθουν να διακρίνουν μεταξύ της συμβατικής πραγματικότητας και της ποιητικώς μεταλλαγμένης εκδοχής της η οποία μπορεί να είναι αντικειμενικώς ψευδής – πράγμα που αιτιολογεί την κατά τα άλλα απρόσμενα εχθρική στάση του ποιητικότερου των φιλοσόφων έναντι των ποιητών.
