Σημαντικές ελπίδες για ποιότητα ζωής στους ηλικιωμένους ανθρώπους αντίστοιχη με αυτήν των νέων, δημιουργεί η αποκάλυψη της λειτουργίας ενός μοριακού μηχανισμού ελέγχου της πρωτεινοσύνθεσης κατά την γήρανση, από ερευνητές του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας ( Ι.Τ.Ε.).
Κι αυτό γιατί ο εν λόγω μηχανισμός έχει τη δυνατότητα να διατηρεί υγιή τα ηλικιωμένα ζώα, επομένως και τον άνθρωπο, διότι πρωτίστως κρατεί σε υψηλό επίπεδο την «ομοιόσταση του κυττάρου», που συνεπάγεται και ολόκληρου του οργανισμού.
Τα νέα επιστημονικά ευρήματα έχουν εξαιρετική βαρύτητα εκτός από την γνώση της διαδικασίας γήρανσης στον άνθρωπο και στο πεδίο της αντιμετώπισης βαριών ασθενειών, όπως αρκετών μορφών καρκίνου (καρκίνος του μαστού, λέμφωμα, αδενοκαρκίνωμα, προστάτη, λάρυγγα), καθώς και επώδυνων νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ, του Πάρκινσον, διάφορες νευρομυικές αρρώστιες κ.λ.π. με εξατομικευμένες και στοχευμένες πλέον θεραπείες οι οποίες θα είναι αποτελεσματικές.
Η εν λόγω επιστημονική ανακάλυψη που μπορεί να ανατρέψει τα υπάρχοντα κοινωνικά δεδομένα στην ζωή των ηλικιωμένων ανθρώπων και όχι μόνο, πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα του καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και Προέδρου του Ι.Τ.Ε., Νεκτάριου Ταβερναράκη, του ερευνητή του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας Μatthias Rieckher, ερευνητή πλέον στο (Cluster of Excellence for Aging Research της Κολωνίας -CECAD), ο οποίος χρησιμοποίησε πειραματικά το νηματώδη, ένα μικρό σκουλήκι με την επιστημονική ονομασία Caenorhadbitis elegans, την ερευνήτρια Μαρία Μαρκάκη, κύρια ειδική Λειτουργική επιστήμονας του ΙΜΒΒ, τον ερευνητή Andrea Princz του ιδίου Ινστιτούτου και τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας και του CECAD, Bjorn Shumacher.
Τα ερευνητικά αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο διεθνούς φήμης επιστημονικό περιοδικό Cell Reports.
Τελευταίες μελέτες απέδειξαν πως η διαδικασία της πρωτεινοσύνθεσης είναι σημαντικά ενεργοβόρα αφού καταναλώνει το 50% της ενέργειας που παράγει το κύτταρο, με συνέπεια να συνδέεται με το ρυθμό γήρανσής του. Η ρύθμιση της διαδικασίας της πρωτεινοσύνθεσης δε έχει μελετηθεί μέχρι τώρα με επάρκεια.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ι.Τ.Ε., οι δικοί του ερευνητές για να φτάσουν στα προαναφερόμενα εντυπωσιακά αποτελέσματα, «εστίασαν τη μελέτη τους σε μικροσκοπικές δομές του κυττάρου, γνωστές ως σωμάτια επεξεργασίας (Processing bodies, P bodies), τα οποία αποθηκεύουν ή αποικοδομούν μόρια αγγελιαφόρου RNA (mRNA).
Αυτές οι κυτταροπλασματικές δομές υπάρχουν σε όλα τα κύτταρα και οι λειτουργίες τους φαίνεται να είναι εξελικτικά συντηρημένες σε διάφορους οργανισμούς συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Τα νέα ευρήματα έδειξαν ότι τα σωμάτια P συσσωρεύονται προοδευτικά στο σώμα του νηματώδη κατά τη γήρανση.
Ο παράγοντας έναρξης της μετάφρασης eIF4E, ο οποίος έχει ρόλο κλειδί στη μετάφραση των ευκαρυωτικών mRNA, παγιδεύεται στα σωμάτια P κατά τη γήρανση και σε συνθήκες στρες. Επεμβαίνοντας κατασταλτικά σε παράγοντες των σωματίων P, οι ερευνητές του ΙΜΒΒ κατόρθωσαν να επιμηκύνουν σημαντικά τη διάρκεια ζωής του νηματώδη και να αυξήσουν την αντοχή του στο στρες. Τα ευεργετικά αυτά αποτελέσματα είναι στενά συνδεμένα με την παγίδευση του eIF4E στα σωμάτια P και την επακόλουθη μείωση της πρωτεϊνοσύνθεσης».
Για την βαρύτητα του όλου εγχειρήματος και τις ευεργετικές συνέπειες που θα υπάρξουν στον άνθρωπο στην ίδια ανακοίνωση τονίζεται εμφατικά πως, «αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο παράγοντας eIF4E εμφανίζεται αυξημένος σε σοβαρές παθολογικές καταστάσεις (διάφορες μορφές καρκίνου, μεταξύ άλλων).
Ο νέος μοριακός μηχανισμός που ανέδειξαν οι ερευνητές του ΙΜΒΒ συμβάλλει στη διατήρηση της ομοιόστασης του κυττάρου και κατ’ επέκταση ολόκληρου του οργανισμού, κρατώντας έτσι τα ηλικιωμένα ζώα υγιή. Επειδή οι ρυθμιστικοί παράγοντες για το μηχανισμό ελέγχου της πρωτεϊνοσύνθεσης είναι εξαιρετικά όμοιοι ανάμεσα στο νηματώδη και στον άνθρωπο, είναι αναμενόμενο ότι θα υφίσταται η ίδια σχέση με τη γήρανση στους δύο οργανισμούς».
