Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε λίγες μέρες θα τελεστεί το μνημόσυνο του Διονύση Σιμόπουλου. Ήταν ο άνθρωπος του ουρανού. Στις 7 Αυγούστου έφυγε για τον δικό του κόσμο. Την δεύτερη πατρίδα και αιώνια κατοικία του. Πάνω από μισό αιώνα εξερευνούσε το σύμπαν.

Ο Διονύσης Σιμόπουλος ήταν ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, αλλά δεν είχε τίποτα το συνηθισμένο. Αυτή τη ματιά που είχε τη δύναμη να φωτίζει

το σύμπαν, να μας αποκαλύπτει τα μυστικά του, τη θαυμάζω σε μια εφηβική φωτογραφία, των φοιτητικών του χρόνων, στη Λουιζιάνα.

Όταν ήμουν ενός έτους, με βάφτισε ένα μικρό, εξάχρονο αγόρι, ο Χάμπικ Μαρουκιάν, Αρμένιος, γιος γνωστής, αστικής οικογένειας της Θεσσαλονίκης.

Σχεδόν μεγαλώναμε μαζί, γιατί είχαμε πέντε χρόνια διαφορά. Ο Χάμπικ έφυγε από τη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει Γεωμορφολογία στην Αμερική, στο Μπατόν Ρουζ. Πάντα επικοινωνούσαμε με γράμματα και κάρτες.

Ένας άνθρωπος του ουρανού

Μου έστελνε και φωτογραφίες, όπως αυτή, που ήταν ξεχασμένη στο οικογενειακό άλμπουμ, με την παρέα των συμφοιτητών του. Όρθιος στην πίσω σειρά, είναι ο Δ. Σιμόπουλος. Μιλούσε συνέχεια για τον Ντένη (Διονύση). Μου έγραφε πόσο μάγευε η προσωπικότητά του, τα βραβεία, τις διακρίσεις του, για τις γνώσεις και την ευφράδεια στον λόγο.

Ένας άνθρωπος του ουρανού

Ο νονός μου επέστρεψε, στην Αθήνα. Δίδαξε επί 37 χρόνια, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, στη Φυσικομαθηματική Σχολή (Θετικών Επιστημών), στο τμήμα Γεωλογίας. Η φιλική σχέση τους, συνεχίστηκε και έγινε συγγένεια, αφού ο νονός μου βάφτισε τον Παναγιώτη, τον γιο του Ντένη. Ο νονός μου έγινε ο χρυσός κρίκος και του δικού μου φιλικού δεσμού με τον Διονύση. Μάλιστα μου έλεγε ο ίδιος πως ήμασταν πνευματικά αδέρφια με τον γιο του, αφού

είχαμε τον ίδιο νονό. Ο άγνωστος, λοιπόν, αυτός έφηβος γίνεται γνωστός μέσα από τις μνήμες του νονού μου, αλλά και από τη συζυγική σχέση του με την Κάρεν και από την κόρη του Ελένη.

Λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, με δέχτηκαν στη ζεστή ατμόσφαιρα του σπιτιού τους. Βολευτήκαμε στο σαλόνι, δίπλα στο τζάκι. Η κουβέντα μας ήταν γλυκιά. Μιλούσαν ελκυστικά, γαλήνια, με πρόσωπα εξευγενισμένα από καλοσύνη. Το πνεύμα του Διονύση, η φιγούρα του, η ανάσα του, λες και παραμένει μέσα στο σπίτι. Στην παρέα μας και ο Χαμπίκ, που θυμήθηκε ότι ο Ντένη ήταν αρχηγός σε όλες τις εκδηλώσεις των φοιτητών από το 1963. Συμμετείχε πάντα σε debate λόγου, όπου βραβευόταν. Έκανε μέχρι και ραδιοφωνική εκπομπή με αισθηματικά τραγούδια. Περνούσε δύσκολα οικονομικά, γιατί οι γονείς του δε μπορούσαν να καλύψουν όλα τα έξοδά του.

Όμως, το 1966, ο καθηγητής του που ήταν και υπεύθυνος στο πλανητάριο του Πανεπιστημίου, ζητούσε συνεργάτη και του πρότεινε να αναλάβει αυτή  τη θέση. Φαίνεται πως είχε καλές επιδόσεις γιατί παρέμεινε πάνω από δύο χρόνια. Κι έτσι σε μία από τις επισκέψεις του στην Ελλάδα, συναντήθηκε με την αείμνηστη  Μαριάνθη Σίμου, η οποία μετά από μήνες τον κάλεσε να αναλάβει στην Αθήνα την διεύθυνση του πλανηταρίου στο Ευγενίδιο Ίδρυμα. Όλη του η ζωή ήταν υποταγμένη στο έργο του. Αναβάθμισε το πλανητάριο και του έδωσε διεθνή ακτινοβολία.

Θύμισα στην κουβέντα μας ότι το πόσο σημαντικό είναι το έργο του, το διαπίστωσα κι εγώ, όταν συναντηθήκαμε πριν από χρόνια και αποφασίσαμε να

γυρίσουμε ένα ντοκιμαντέρ για την εκπομπή μου, στο δορυφορικό πρόγραμμα της ΕΡΤ, όπου ήμουν αρχισυντάκτρια, στην πολιτιστική εκπομπή «9+1 Μούσες». Με ξενάγησε ο ίδιος στο πλανητάριο.

Εκείνη την ημέρα, συζητώντας για τους αστροναύτες, για τους οποίους μιλούσε με θαυμασμό, του είπα ότι γνώρισα και πήρα συνέντευξη από τη Βαλεντίνα Τερέσκοβα. Συγκεκριμένα για αυτήν, με κάλεσε πολύ αργότερα, όταν έγραφε ένα βιβλίο, για να με ρωτήσει δυο λόγια.

Ένας άνθρωπος του ουρανού

Η γυναίκα του Κάρεν και η κόρη του Ελένη θυμούνται. Η σύζυγός του Κάρεν εξομολογείται ότι χρωστάει κι εκείνη πολλά στον Δ. Σιμόπουλο, για την σπουδαία προσωπικότητα που ήταν.

Κάρεν: Είχε πολλά χαρίσματα όπως να ξέρει πάντα πώς πρέπει να μιλήσει στο κάθε παιδί. Κι εγώ καταλαβαίνω το κάθε παιδί, αλλά όταν τα βλέπω,

είμαι η μάνα, είναι παιδιά μου, δεν τα ξεχωρίζω.

Η Ελένη συμπλήρωσε: Η τελευταία του αναπνοή, αφού τελείωσε, έκλεισε το στόμα του με χαμόγελο. Αυτό θα θυμάμαι πάντα από τον μπαμπά μου. Το

χαμόγελό του. Το χιούμορ του. Προσπαθούσε να πει ανέκδοτα. Αλλά είχε το ιδιαίτερο χάρισμα να μη μπορεί να ξαναπεί ανέκδοτο. Να το έχει ακούσει,

να το έχει εμπεδώσει, να έχει γελάσει με την καρδιά του – αυτό είναι ένα άλλο πράγμα, το γέλιο του έκανε τους πάντες γύρω του να γελάνε – ενώ

ήταν πολύ επικοινωνιακός τα ανέκδοτα δε μπορούσε να τα μεταδώσει. Τελικά γελούσαμε όχι με το ανέκδοτο, αλλά με την αποτυχία του να το πει. Έλεγε

κάτσε να σου πω ένα αστείο και προσπαθούσε να το θυμηθεί και κόμπιαζε κι άρχιζε να γελάει και γελούσαμε.

Εύα: Ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε τη χαρούμενη πλευρά της ζωής;

Ελένη: Αυτό τον κράτησε. Όταν μάθαμε ότι έχει 3 με 6 μήνες ζωής, γιατί ο καρκίνος του παγκρέατος είναι επιθετικός – είχε κόψει το κάπνισμα πάρα

πολλά χρόνια – είπε: «έχω τουλάχιστον 3-6 μήνες ζωής και άμα κάνω και θεραπεία μπορεί και να…» Έζησε σχεδόν 4 χρόνια. Λέγαμε ότι ήμασταν τυχεροί μέσα στην ατυχία μας. Γενικά, αυτό έχω να το πω. Ο καρκίνος είναι μια άθλια αρρώστια. Τη ζουν όχι μόνο οι ασθενείς αλλά και οι άνθρωποι που είναι δίπλα στους ασθενείς. Αλλά, ένα δώρο που σου κάνει ο καρκίνος και μάλιστα σαν αυτόν που είχε ο μπαμπάς μου, σου κρούει καμπανάκια να πεις αυτά που πρέπει να πεις. Τα «σ’ αγαπώ σου», τα «συγγνώμη» σου, τα «σ’ ευχαριστώ» σου. Να ζήσεις τον άνθρωπό σου πριν φύγει. Αυτό το λέω. Εγώ και τα’ αδέρφια μου και τα εγγόνια του μπαμπά μου ζούμε με την απώλειά του, ότι δεν είναι εδώ να μας πει τα’ αστεία του ή να μας ακούσει. Αλλά, μας άφησε γεμάτους και έφυγε γεμάτος. Τα είπαμε όλα. Δεν έχουμε τύψεις. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν αυτή την ευκαιρία. Το έλεγε ο ίδιος. Μια φορά καθόμουν εκεί και του είπα: «άμα φύγεις θέλω να μη στενοχωρηθείς γιατί μας αφήνεις γεμάτους». Είναι δύσκολο, μου λείπει. Και σήμερα και χθες. Είναι δύσκολες μέρες για διάφορους λόγους.

Εύα: Εσένα στη ζωή σου πόσο σε βοήθησε αυτή η πατρική παρουσία;

Ελένη: Εγώ έχω μοιάσει πολύ με τον μπαμπά και το λέω με πολύ υπερηφάνεια. Είχαμε ιδιαίτερη και όμορφη σχέση. Έλεγα σήμερα σε έναν συνάδελφό μου, μακάρι όλα τα παιδιά να είχαν τη σχέση που είχα εγώ με τον μπαμπά μου. Μου έμαθε από πολύ μικρή να σέβομαι τον εαυτό μου. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε. Να σέβομαι και τον συνάνθρωπό μου φυσικά, αλλά πρώτα απ’ όλα τον εαυτό μου. Ήταν προστατευτικός, όπως ένας

μπαμπάς για μία κόρη αλλά εγώ δεν ήμουν κόρη με την κλασσική έννοια. Δεν ένιωθα ποτέ ότι ως κορίτσι δε θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Μας έλεγε

από μικρά «στοχεύετε για τα άστρα και θα φτάσετε στο φεγγάρι». Έτσι μας μεγάλωσε. Τσακωνόμασταν πάρα πολύ, ίσως επειδή ήμασταν και πολύ ίδιοι, αλλά ήταν εποικοδομητικοί τσακωμοί. Κι εγώ και αυτός ζητούσαμε συγγνώμηπάρα πολύ γρήγορα. Αυτό βοηθάει.

Εύα: κ. Κάρεν, καλούσε τους φοιτητές και τους φροντίζατε στο Μπατόν Ρουζ, όταν μένατε μαζί.

Κάρεν: Πραγματικά νοιαζόταν πολύ για τους Έλληνες φοιτητές και όταν ερχόταν κάποιος καινούριος πήγαινε αμέσως να πληροφορηθεί τα στοιχεία

του. Είχα ένα βιβλίο που λεγόταν: «Πώς να μαγειρέψετε για δύο», αλλά ποτέ δεν μαγείρεψα για δύο!

Εύα: Από τα βιβλία που έγραψε ποιο ξεχωρίζετε;

Κάρεν: Το τελευταίο, λεύκωμα για την ζωή του. Πολύ προσωπικό. Έχω επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα παιδικά του βιβλία. Του είχα πει τα τελευταία χρόνια, να γράψεις βιβλία για παιδιά, να περιγράψει με απλό τρόπο την επιστήμη του, «Πες μου Παππού». Έτσι έγραψε 3 βιβλία για παιδιά . «Πώς πήγε ο άνθρωπος στο φεγγάρι» «Πως γεννήθηκαν τα άστρα» κι ένα τρίτο που βγαίνει τώρα.

Ένας άνθρωπος του ουρανού

Τα ενδιαφέροντά μας ήταν διαφορετικά. Οι δρόμοι μας προς άλλες κατευθύνσεις. Η προσωπικότητά του, όμως, και ο στοχασμός του με

εντυπωσίαζαν. Τρυγούσε τα μυστικά του σύμπαντος, όπως ο θεός Διόνυσος τα σταφύλια, για να προσφέρει το κρασί, τη χαρά και την απόλαυση. Αγαπούσε τον μήνα Αύγουστο, όταν ανατέλλει το λαμπρότερο άστρο της νύχτας, πριν την ανατολή του ήλιου. 12 Αυγούστου είδε για πρώτη φορά το θαύμα τ’ ουρανού.

Αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του «Από τα Ψηλαλώνια στο Φεγγάρι»: «…Και για όλους εμάς η Αμφιγένεια, η Μούντριζα, ο Γρύλλος, ή όποιο άλλο όνομα θέλετε, θα έχει την ίδια πάντα ευωδιά: το άρωμα του γιασεμιού των παιδικών μας αναμνήσεων που ήθελε στον Γρύλλο ο βραδινός ουρανός να

φαίνεται σαν να σκύβει σε βαθιά υπόκλιση και να αγγίζει κατά κάποιον τρόπο τη Γη μας, και ίσως γι’ αυτό τα άστρα να φαίνονται πιο λαμπερά όταν κοιτάζω απ’ τον Αη – Γιώργη. Σ’ αυτό το σκηνικό λοιπόν, βρέθηκα εκείνο το βράδυ της 12ης Αυγούστου, όταν αφέθηκα ν’ αγναντεύω τον ουρανό να παρακολουθήσω την ετήσια επανεμφάνιση της βροχής των Περσείδων. Οι διάττοντες αυτοί εμφανίζουν μια αυξημένη παρουσία τα τελευταία χρόνια, έτσι ήμουν έτοιμος να ευχαριστηθώ το θέαμα περισσότερο αισθητικά παρά με οποιαδήποτε διάθεση μελέτης του. Γύρω στις 02:00 το πρωί, ξαπλωμένος σε μια ελληνικότατη ξαπλώστρα, χάζευα κυριολεκτικά το υπέροχο θέαμα που απλωνόταν πάνω στον πεντακάθαρο ουρανό που τον διέσχιζαν κάπου κάπου οι φωτεινές αναλαμπές των Περσείδων. Με την ίδια συχνότητα που εμφανίζονταν τα ουράνια μετέωρα άλλαζαν και το μυαλό μου, αλυσιδωτά το ένα μετά το άλλο, δεκάδες θέματα και ιδέες. Και μέσα σ’ όλο αυτό το συνονθύλευμα ιδεών, να σου και το φεγγάρι που ξεμύτισε πάνω από την Κορακοφωλιά. Για αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο να πάει και πάλι ο νους μου στην πρώτη εκείνη τηλεσκοπική μου παρατήρηση, πριν από μερικές δεκαετίες, στις πλαγιές του Παρνασσού…» 17 Αυγούστου παντρεύτηκε την Κάρεν και 7 Αυγούστου πήγε να συναντήσει τους αστερισμούς που ο ίδιος περιέγραφε σαν μια οικογένεια.

Ένας άνθρωπος του ουρανού

Ήταν ένας ανιχνευτής του σύμπαντος. Η ζωή του θυμίζει ταξίδι στην έρευνα, στη μελέτη, μέσα από τη συγγραφή 40 βιβλίων. Δε ζούσε απομονωμένος, απόμακρος αλλά κοντά στον άνθρωπο ενώ μελετούσε το αχανές σύμπαν. Μας βοήθησε να το αγαπήσουμε ενώ είναι γραμμένο σε δύσκολη γλώσσα. Να φανταζόμαστε τα σύννεφα σαν μικρές φωλιές ή σαν παγόβουνα, σχηματίζοντας νοητά μικρές πόλεις, ταξιδεύοντας στον ουρανό.

Τα τελευταία χρόνια της ασθένειάς του, επικοινωνούσαμε αραιά. Κάθε φορά που μιλούσα μαζί του, ήταν σαν να άναβα ένα καντηλάκι στον βωμό της

φιλίας. Η αρρώστια τον έφθειρε, όμως, δεν τον αφόπλιζε. Έπαιρνε δύναμη από τους ανθρώπους που τον αγαπήσαμε, τους φίλους, την ευυπόληπτη

οικογένειά του. Δεν πρόβαλε τον εαυτό του δίπλα σε άλλα ονόματα, ούτε καυχιόταν για τις υψηλές γνωριμίες του, που τελευταία έγιναν πολλές

γιατί αναγνωρίστηκε το έργο του. Ένα όνομα πάντα μνημόνευε. Την Μαριάνθη Σίμου.

Ο τελευταίος αποχαιρετισμός στον Διονύση Σιμόπουλο, δεν ταιριάζει για τέλος αλλά για την αρχή από κάτι καινούριο.  Όταν βλέπεις να πέφτει ένα άστρο, λένε πως χάνεται μια ψυχή. Μα τα άστρα δεν θα έχουν πια το ίδιο φως, χωρίς τη δική σου ματιά, Ντένη.