Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην άμεση ανάγκη εκπόνησης και υλοποίησης ενός μακρόπνοου ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης και δράσης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας, αναγνωρίζοντας έμπρακτα την κρίσιμη συμβολή του κλάδου στην οικονομία, συμφώνησαν χθες εκπρόσωποι της κυβέρνησης και θεσμικοί φορείς από τον χώρο του φαρμάκου, οι οποίοι συμμετείχαν σε κοινή εκδήλωση των υπουργείων Ανάπτυξης, Υγείας και Παιδείας με θέμα το σχέδιο ανάπτυξης της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας.

Το σχέδιο καταδεικνύει τα προβλήματα αλλά και τις προοπτικές της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. Τονίζει δε την ανάγκη ενίσχυσης της θέσης του κλάδου στην εσωτερική αγορά καθώς και των εξαγωγών. Παράλληλα παρουσιάζει μέτρα τόνωσης του τομέα έρευνας και καινοτομίας με στροφή σε νέα προϊόντα και προβλέπει την ενίσχυση του κλάδου με ανθρώπινο δυναμικό, υποστηρικτικούς μηχανισμούς και μέσα χρηματοδότησης.

Το φάρμακο -όπως εξήγησε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης- είναι «ένα κοινωνικό αγαθό μεγάλης σημασίας και στόχος είναι να υπερβούμε δύο αποτυχημένα μοντέλα του παρελθόντος.

Το πρώτο είναι το μοντέλο του προστατευτικού καθεστώτος. Το δεύτερο είναι εκείνο της πολιτικής τιμολόγησης του φαρμάκου με μοναδικό σκοπό τη δραστική περικοπή της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης».

Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός τόνισε την ανάγκη για «μια νέα εθνική φαρμακευτική πολιτική» και ανέπτυξε τις κεντρικές προτεραιότητες αυτής της νέας πολιτικής στον χώρο του φαρμάκου, οι οποίες είναι:

● Η εγγυημένη πρόσβαση όλων των ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις, στα αναγκαία φάρμακα ως κρίσιμος όρος για την καθολική κάλυψη υγείας.

● Η ασθενοκεντρική οπτική και η μεγιστοποίηση του θεραπευτικού οφέλους.

● Η αύξηση της διείσδυσης γενοσήμων στην ελληνική φαρμακευτική αγορά.

● Η συγκράτηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης στα όρια του κλειστού προϋπολογισμού μέσω θεραπευτικών πρωτοκόλλων και συνταγογραφικών «φίλτρων».

● Η διασφάλιση «διαθέσιμου χώρου» για την πραγματική φαρμακευτική καινοτομία μέσω ενός νέου μοντέλου «δίκαιων τιμών» και συστημάτων αξιολόγησης τεχνολογίας υγείας.

● Η σταδιακή ανακούφιση των πολιτών από την ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή στο κόστος.

● H εθνική και διακρατική διαπραγμάτευση τιμών με τις φαρμακευτικές εταιρείες, ειδικά για τα φάρμακα υψηλού κόστους και τα καινοτόμα φάρμακα.

● Η αναβάθμιση του εγκριτικού, ελεγκτικού και αναπτυξιακού ρόλου του ΕΟΦ και του ΙΦΕΤ.

● Η προώθηση της κλινικής έρευνας στη χώρα με γνώμονα την επιστημονική πρόοδο, την ασφάλεια των ασθενών και τη Δημόσια Υγεία.

● Η στήριξη της εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας στον τομέα του φαρμάκου.

Η στρατηγική της προώθησης εγχωρίως παραγομένων γενοσήμων και ο περιορισμός των εισαγωγών φαρμάκων είναι κρίσιμη προτεραιότητα, είπε ο υπουργός Υγείας.

Είναι χαρακτηριστικό, ανέφερε, ότι σήμερα στην Ελλάδα, παρά την υπάρχουσα παραγωγική δυνατότητα, το 77% της εγχώριας κατανάλωσης καλύπτεται από φάρμακα πολυεθνικών εταιρειών και το υπόλοιπο 23% από φάρμακα ελληνικών βιομηχανιών.

Η αύξηση της διείσδυσης γενοσήμων που παράγονται στη χώρα και μπορούν να καλύψουν ένα πολύ μεγάλο μέρος των φαρμακευτικών αναγκών του πληθυσμού, ιδιαίτερα στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και στα συνήθη χρόνια νοσήματα, αποτελεί για το υπουργείο Υγείας προτεραιότητα και υποχρέωση.

Η υφυπουργός Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Θεοδώρα Τζάκρη, στην παρέμβασή της υπογράμμισε ότι ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας επιλέχθηκε ως πιλότος της πρωτοβουλίας ενίσχυσης των βιομηχανικών κλάδων, διότι παρά τις αντιξοότητες συμβάλλει ετησίως στο εθνικό ΑΕΠ με ποσό μεγαλύτερο των 2,8 δισ. ευρώ, ενώ, παράλληλα, σημαντική είναι η συνεισφορά του στην αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς τα τελευταία 5 χρόνια οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε νέες παραγωγικές μονάδες συνέβαλαν στην αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο (κατά 3.681 την περίοδο της κρίσης), ο οποίος σήμερα απασχολεί περίπου 15.000 εργαζομένους.

Ταυτόχρονα αυξήθηκε ο αριθμός των επιχειρήσεων κατά την περίοδο της κρίσης.

Οι εγχώριες φαρμακοβιομηχανίες, είπε, κατάφεραν στη συντριπτική τους πλειονότητα να διατηρήσουν τις θετικές οικονομικές επιδόσεις τους, αυξάνοντας θεαματικά την εξωστρέφειά τους, με τις εξαγωγές να ξεπερνούν το 20% του κύκλου εργασιών τους σε πάνω από 85 χώρες.