Η Ευρώπη αλλάζει σελίδα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη μεγαλύτερη υγειονομική πρόκληση του 21ου αιώνα. Σύμφωνα με ενημερωτική έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS – European Parliamentary Research Service), με τίτλο «Παχυσαρκία: Μια χρόνια και υποτροπιάζουσα νόσος» (Obesity: A chronic and relapsing disease), η παχυσαρκία παύει να θεωρείται απλώς ένας παράγοντας κινδύνου που σχετίζεται με τον τρόπο ζωής. Αναγνωρίζεται πλέον επίσημα ως μια σύνθετη, χρόνια νόσος που απαιτεί μακροχρόνια ιατρική παρακολούθηση, διεπιστημονική παρέμβαση και, πάνω απ’ όλα, τολμηρή πολιτική δράση.
Η στροφή αυτή δεν είναι τυπική· είναι ζήτημα επιβίωσης. Όπως επισημαίνει η έκθεση του EPRS, η παχυσαρκία αποτελεί την «πύλη» για περισσότερες από 200 σοβαρές παθήσεις, από τον διαβήτη τύπου 2 μέχρι 13 διαφορετικούς τύπους καρκίνου. Σε μια ήπειρο που γηράσκει, η παχυσαρκία αναδεικνύεται στον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο για τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση για την παχυσαρκία εκφράζεται μέσα από μια ομολογία που ακούστηκε από τα πλέον επίσημα χείλη. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στην εκπομπή «Πρωταγωνιστές», η αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, χρησιμοποίησε την προσωπική της εμπειρία για να περιγράψει αυτό που επί δεκαετίες αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για χιλιάδες πολίτες: την πλήρη απουσία δημόσιων υποστηρικτικών δομών.
H υπουργός παραδέχτηκε ότι υπάρχουν «κοινωνικές ανισότητες στην υγεία» και εξήγησε ότι «τα φτωχότερα νοικοκυριά έχουν τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας. Άλλωστε και εγώ πότε έχασα βάρος; Όταν είχα την οικονομική δυνατότητα να πληρώσω διατροφολόγο», είπε περιγράφοντας την ταξική διάσταση της νόσου με δεδομένο ότι η ακρίβεια στα τρόφιμα έχει καταστήσει την υγιεινή διατροφή απρόσιτη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Όταν η πρόσβαση σε ποιοτική τροφή γίνεται προνόμιο, η παχυσαρκία μετατρέπεται σε ζήτημα οικονομικής επιβίωσης. Αυτό επιβεβαιώνει την ανάγκη για τη δωρεάν υποστήριξη που εξήγγειλε το Υπουργείο Υγείας, εγείροντας όμως ταυτόχρονα το ερώτημα: μπορεί ένα πρόγραμμα με ημερομηνία λήξης να ανατρέψει μια τόσο βαθιά δομική ανισότητα;
Τα στοιχεία του Πανελλήνιου Συλλόγου Διαιτολόγων – Διατροφολόγων (ΠΣΔΔ) τεκμηριώνουν το μέγεθος του κενού: Παρά την επίσημη αναγνώριση της παχυσαρκίας ως νόσου, η ειδικότητα του διαιτολόγου-διατροφολόγου παραμένει ουσιαστικά «εξόριστη» από τη δημόσια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Σύμφωνα με τον ΠΣΔΔ, στα περισσότερα δημόσια νοσοκομεία η αναλογία επιστημόνων ανά κλίνη είναι αποκαρδιωτική, ενώ στα Κέντρα Υγείας οι οργανικές θέσεις παραμένουν πρακτικά μηδενικές. Ο πολίτης που δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα στην οποία αναφέρθηκε η Υπουργός, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύστημα που του στερεί τη βασική θεραπευτική ομάδα.
Οικονομική «αιμορραγία»
Πίσω από τις προσωπικές ιστορίες και τις πολιτικές παραδοχές, κρύβεται μια αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα που τεκμηριώνεται από επικαιροποιημένα διεθνή δεδομένα. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Παχυσαρκίας (World Obesity Federation) για το 2025, η παχυσαρκία στην Ελλάδα έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο, αποτελώντας πλέον μια δημοσιονομική «μαύρη τρύπα» που απειλεί την ανάπτυξη περισσότερο από ποτέ.
Σήμερα η συνολική οικονομική επιβάρυνση για τη χώρα εκτιμάται ότι έχει ξεπεράσει τα 5,5 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, αντιπροσωπεύοντας μια σταθερή αύξηση σε σχέση με την προ πανδημίας εποχή. Η ανάλυση αυτού του κόστους αποκαλύπτει το μέγεθος της πρόκλησης: ένα συντριπτικό 72% μεταφράζεται σε έμμεσες απώλειες. Η πρόωρη θνησιμότητα, η μειωμένη παραγωγικότητα στην εργασία και η επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος κοστίζουν στην Ελλάδα πολύ περισσότερο από την ίδια τη νοσοκομειακή περίθαλψη των ασθενών.
Με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι, χωρίς δραστική παρέμβαση, το κόστος αυτό θα αγγίξει τα 10,49 δισεκατομμύρια δολάρια πριν από τα μέσα του αιώνα, καθίσταται σαφές ότι η έλλειψη μόνιμων δομών και ειδικών επιστημόνων —όπως οι διατροφολόγοι που εκπροσωπεί ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων – Διατροφολόγων (ΠΣΔΔ)— αποτελεί μια «πολυτέλεια» που η χώρα δεν μπορεί πλέον να αντέξει.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η στατιστική απεικόνιση της Ελλάδας το 2026 δείχνει μια χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Τα ποσοστά παχυσαρκίας στους ενήλικες παρουσιάζουν ανοδική τάση, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση είναι κρίσιμη στις παραγωγικές ηλικίες, επιβαρύνοντας το εργατικό δυναμικό της χώρας.
Στην άλλη άκρη του ηλικιακού φάσματος, τα στοιχεία του 2025 για την παιδική παχυσαρκία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα παραμένει «πρωταθλήτρια». Παρά τις καμπάνιες ενημέρωσης, τα ποσοστά στα παιδιά σχολικής ηλικίας παραμένουν σε επίπεδα συναγερμού.

Κοινά ευρωπαϊκά αδιέξοδα
Η Ελλάδα δεν είναι μόνη σε αυτή τη διαδρομή. Η έρευνα των δημοσιογραφικών εταίρων μας σε Ισπανία, Αυστρία και Λιθουανία αναδεικνύει ότι η παχυσαρκία αποτελεί ένα κοινό ευρωπαϊκό «πεπρωμένο», με κάθε χώρα όμως να αντιμετωπίζει διαφορετικά θεσμικά εμπόδια.
Στην Ισπανία, το πρόβλημα θυμίζει έντονα την ελληνική πραγματικότητα, με το 55,8% του πληθυσμού να είναι υπέρβαρο. Ωστόσο, εκεί η μάχη δίνεται σε ένα πεδίο που η Ελλάδα επιχειρεί τώρα να καλύψει: την παρουσία εξειδικευμένων διατροφολόγων στο δημόσιο σύστημα. Ο Luis J. Morán Fagúndez, πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων της Ισπανίας (CGCODN), κάνει λόγο στην εφημερίδα El Confidencial για «έλλειψη πολιτικής βούλησης». Παρόλο που η επιστήμη αναγνωρίζει τη σημασία τους, οι διατροφολόγοι παραμένουν ουσιαστικά απόντες από τα δημόσια νοσοκομεία. «Είναι ένας φαύλος κύκλος», εξηγεί ο Morán. «Αν ένας ασθενής με χαμηλό εισόδημα χρειάζεται αυτές τις υπηρεσίες, πρέπει να τις πληρώσει ιδιωτικά. Για τους ανθρώπους που πλήττονται περισσότερο από την παχυσαρκία, αυτό είναι απλώς αδύνατο». Η Ισπανία απάντησε το 2024 με τη δημιουργία μιας Διυπουργικής Επιτροπής για τη μείωση της παιδικής παχυσαρκίας, αναγνωρίζοντας ότι το πρόβλημα απαιτεί τη συνεργασία 18 διαφορετικών υπουργείων.
Την ίδια στιγμή, το ψυχολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα της νόσου αναδεικνύεται μέσα από το ρεπορτάζ της Der Standard, της μεγαλύτερης σε κύρος εφημερίδας της Αυστρίας. Η εφημερίδα κατέγραψε μαρτυρίες σε κέντρα αποκατάστασης εφήβων: νέοι άνθρωποι περιέγραψαν το σώμα τους ως «εχθρό» και δήλωσαν πως θα προτιμούσαν οποιαδήποτε άλλη πάθηση από το να βιώνουν το κοινωνικό στίγμα της παχυσαρκίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παχυσαρκία οδηγεί σε κοινωνική απόσυρση και κατάθλιψη, ειδικά όταν το κράτος αποτυγχάνει να προσφέρει διεπιστημονικές ομάδες υποστήριξης (ψυχολόγους και διατροφολόγους) εντός του δημόσιου συστήματος.
Στη Λιθουανία, τα στοιχεία του 2025-2026 δείχνουν μια σταθερή άνοδο της τάξης του 1,1% στην παιδική παχυσαρκία, λειτουργώντας ως προειδοποίηση: οι αριθμοί δεν θα υποχωρήσουν αν δεν υπάρξει κεντρική ευρωπαϊκή στρατηγική. Όπως σημειώνει η έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), η λύση δεν είναι να θεραπεύουμε τις συνέπειες, αλλά να επενδύσουμε στην «πηγή», εντάσσοντας τους ειδικούς επιστήμονες ως μόνιμο προσωπικό στη δημόσια υγεία.
Σε όλη την Ευρώπη αναδύεται μια νέα επιστημονική κίνηση υπό τον τίτλο «Obesity First» («Προτεραιότητα στην Παχυσαρκία»). Όπως εξηγεί ο Albert Lecube Torelló, αντιπρόεδρος της Ισπανικής Εταιρείας για τη Μελέτη της Παχυσαρκίας (SEEDO), η λογική αλλάζει ριζικά: «Δεν σταματάμε να θεραπεύουμε τον διαβήτη ή την υπέρταση, αλλά αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να θεραπεύσουμε τη ρίζα τους, δηλαδή την ίδια την παχυσαρκία».
Αυτή η προσέγγιση, που θέτει την αντιμετώπιση του περισσότερου βάρους ως την πρώτη προτεραιότητα του κλινικού γιατρού, ταυτίζεται απόλυτα με την έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS) του 2025. Η έκθεση ζητά ρητά από τα κράτη-μέλη να σταματήσουν να βλέπουν την παχυσαρκία ως δευτερεύον σύμπτωμα και να την αντιμετωπίσουν επιτέλους ως την «πρωταρχική νόσο».
Το στοίχημα του 2030
Η αναγνώριση της παχυσαρκίας ως «χρόνιας και υποτροπιάζουσας νόσου» από την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS) δεν είναι το τέλος της διαδρομής αλλά η αφετηρία μιας νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής. Η έκθεση του 2025 θέτει τις βάσεις για μια σειρά από ριζικές παρεμβάσεις που τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, καλούνται να ενσωματώσουν στην καθημερινότητά τους.
Η Ε.Ε. προσανατολίζεται πλέον σε τρία επίπεδα παρέμβασης που ξεπερνούν τα όρια του ιατρείου:
1. Διατροφική διαφάνεια: Η καθιέρωση μιας ενιαίας και υποχρεωτικής σήμανσης στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών (Front-of-Pack Labelling) ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει άμεσα την ποιότητα της τροφής που αγοράζει.
2. Προστασία ανηλίκων: Η αυστηροποίηση των κανόνων για το μάρκετινγκ τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπη, ζάχαρη και αλάτι, τα οποία στοχεύουν άμεσα στα παιδιά μέσω των social media και της τηλεόρασης.
3. Οικονομικά αντικίνητρα: Η συζήτηση για τη φορολόγηση των ζαχαρούχων ποτών και των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων επανέρχεται στο προσκήνιο, με στόχο τα έσοδα να κατευθύνονται στη μείωση της τιμής των φρούτων και των λαχανικών.
Στην Ελλάδα του 2026, ο στόχος για τη μείωση της παιδικής παχυσαρκίας στο 24,5% έως το 2030 παραμένει το μεγάλο εθνικό στοίχημα. Όπως επισημαίνει η έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), η επίτευξη τέτοιων αριθμών δεν είναι απλώς ζήτημα διαιτολογίου, αλλά ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας.
Όταν η πρόσβαση στην υγεία και την ποιοτική διατροφή εξαρτάται από το πορτοφόλι του πολίτη, η παχυσαρκία παύει να είναι ιατρικό πρόβλημα και γίνεται πολιτικό. Η μετάβαση από την κουλτούρα της ατομικής ενοχής στην κρατική υποστήριξη είναι ο μόνος δρόμος για να μην αποτελεί πλέον το σώμα «φυλακή» για καμία νέα γενιά Ελλήνων. Όμως καμία στρατηγική δεν μπορεί να σταθεί αν αποφεύγει τον πυρήνα του προβλήματος. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται, όταν η αγοραστική δύναμη εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, όταν τα φρούτα και τα λαχανικά γίνονται ακριβότερα από τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, τότε η «πρόληψη» μετατρέπεται σε προνόμιο. Και η νόσος ακολουθεί τη γραμμή του εισοδήματος.

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Andrea Muñoz και Fran Sánchez Becerril (El Confidencial – Ισπανία), Magdalena Pötsch (Der Standard – Αυστρία) και Ieva Kniukštienė (Delfi – Λιθουανία).
