ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ντάνι Βέργου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tρέχει πίσω από τις τραγικές αλλά αναμενόμενες εποχικές ελλείψεις αίματος η κυβέρνηση της Ν.Δ., που ταλαιπωρούν και θέτουν σε κίνδυνο τους ασθενείς με Μεσογειακή Αναιμία. Οι αιμοδοσίες έχουν «στεγνώσει», φωνάζουν οι ασθενείς και κάνουν έκκληση για αίμα εν όψει του χιονιά.

O χειμώνας με τη γρίπη, τις ιώσεις, την Сovid, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, αυτή την εποχή μετά τις γιορτές έχει προκαλέσει και φέτος δραματικές ελλείψεις σε αίμα με αποτέλεσμα περισσότεροι από 1.000 πολυμεταγγιζόμενοι ασθενείς με Μεσογειακή ή Δρεπανοκυτταρική Αναιμία να λαμβάνουν μικρότερες ποσότητες αίματος απ’ όσες έχουν ανάγκη και να υπάρχει άμεσος κίνδυνος για σοβαρές βλάβες στην υγεία τους.

Οι καθυστερήσεις

Τα αποθέματα είναι ανεπαρκή και καταγράφονται συστηματικές αναβολές μεταγγίσεων σε μεγάλα νοσοκομεία ή χορήγηση μειωμένων ποσοτήτων αίματος σε ασθενείς με Θαλασσαιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο, καταδεικνύει η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας σε ανακοίνωσή της.

«Υπάρχει πρόβλημα. Δυστυχώς οι ιώσεις που έρχονται κάθε χρόνο μετά τις γιορτές έχουν ελαττώσει πάρα πολύ τη δυνατότητα των ανθρώπων να δώσουν αίμα, διότι στην πλειονότητά τους οι αιμοδότες αυτή την εποχή είναι ασθενείς», λέει στην «Εφ.Συν.» η Βάνα Μυρίλλα, βιοπαθολόγος, μέλος του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ) και γενική γραμματέας του Πανελλήνιου Συλλόγου Πασχόντων από Μεσογειακή Αναιμία. Η αιμοδοσία έχει κάνει «κοιλιά» και δεδομένου ότι το αίμα δεν διατηρείται πάνω από 35 μέρες, δεν μπορούμε να έχουμε απόθεμα, εξηγεί.

Σύμφωνα με την Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας, στο Λαϊκό Νοσοκομείο 40 ασθενείς βρίσκονται σε καθεστώς αναβολής μεταγγίσεων, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για το πότε θα εξασφαλιστεί επαρκής ποσότητα αίματος.

Αλλά και στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου 55 ασθενείς αντιμετωπίζουν αντίστοιχες καθυστερήσεις, με τις προγραμματισμένες θεραπείες τους να μετατίθενται επ’ αόριστον.

Οι καθυστερήσεις αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στην υγεία των ασθενών, οι οποίοι χρειάζονται σταθερή και προγραμματισμένη θεραπεία. Στη χώρα μας έχουμε 2.700 ασθενείς με Μεσογειακή Αναιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο, εκ των οποίων οι 1.500 στην Αθήνα. Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται 110.000 έως 120.000 μονάδες αίματος τον χρόνο.

Η σημερινή πρακτική διαχείρισης των ελλείψεων, σημειώνει η Ομοσπονδία, βασίζεται σε προσωρινές εξορμήσεις αιμοδοσίας ή στη μείωση των τακτικών μεταγγίσεων των πολυμεταγγιζόμενων ασθενών, ώστε να καλυφθούν έκτακτα περιστατικά. Αυτή η πρακτική, εξηγεί, οδηγεί σε σοβαρές και μη αναστρέψιμες οργανικές βλάβες, αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων και επιδείνωση της συνολικής υγείας των ασθενών, ενώ επιβαρύνει και το σύστημα υγείας με συχνότερες νοσηλείες.

«Για τα άτομα με Μεσογειακή Αναιμία, που μεταγγίζονται κάθε 15 μέρες, οι καθυστερήσεις αυτές κάνουν βλάβες στην υγεία τους, ενώ η έλλειψη χρονοδιαγράμματος έχει ως αποτέλεσμα από το να μην μπορούν να προγραμματίσουν τις ζωές τους μέχρι να χάνουν τις δουλειές τους» λέει η Β. Μυρίλλα και εξηγεί ότι οι μεταγγίσεις πηγαίνουν πίσω χρονικά όταν υπάρχουν ελλείψεις, αφού προηγούνται τα επείγοντα περιστατικά π.χ. τροχαία και άλλα ατυχήματα. Κι αυτό όμως θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί.

Οι μεταμοσχεύσεις

Ακόμα μας λέει ότι για κάθε μεταμόσχευση απαιτούνται μέχρι και 40 μονάδες αίματος, όπως στις μεταμοσχεύσεις καρδιάς ή ήπατος. Την ώρα που η πρόσφατη καμπάνια του υπουργείου Υγείας για τις μεταμοσχεύσεις είχε θεαματικά αποτελέσματα, που μεταφράζονται σε αύξηση του αριθμού των μεταμοσχεύσεων στη χώρα, αυτή δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη στρατηγική προσέλκυσης εθελοντών αιμοδοτών με αποτέλεσμα η προσφορά να παραμένει ανεπαρκής.

Διαχρονικά όμως στη χώρα μας σημειώνονται ελλείψεις σε αίμα τους μήνες Δεκέμβριο Ιανουάριο, Αύγουστο και το Πάσχα, λέει η Βάνα Μυρίλλα και τονίζει ότι μεμονωμένες κινήσεις όπως αυτές του ΕΚΕΑ για προσέλκυση αιμοδοτών δεν φτάνουν, «δεν μπορεί να φέρει ένας κούκος την άνοιξη.

Χρειάζεται να γίνει μια συστηματική καμπάνια από την πολιτεία, όπως σωστά έγινε με το κάπνισμα, το πλύσιμο των χεριών την εποχή του κορονοϊού ή τις μεταμοσχεύσεις πρόσφατα». Θα ήταν σημαντικό προσθέτει, να ξεκινήσουμε από τις μικρές ηλικίες, «θα βοηθούσε εάν έμπαινε ως μάθημα στα σχολεία, ώστε να δημιουργηθούν οι επόμενες γενιές εθελοντών αιμοδοτών».

Είναι απαραίτητη και μάλιστα έχουμε αργήσει, τονίζει η βιοπαθολόγος Β. Μυρίλλα, μια καμπάνια που θα φέρει νέους αιμοδότες στη δεξαμενή των αιμοδοτών, των οποίων τα ποιοτικά χαρακτηριστικά σήμερα είναι άτομα μεγάλης ηλικίας – δεν έχουμε πολλούς νέους. Επιπλέον στη χώρα μας έχουμε συγγενικό και φιλικό περιβάλλον που τρέχει κάθε φορά να δώσει αίμα για τον άνθρωπο τους, το οποίο πρέπει να σταματήσει. «Πρέπει να μπορούμε να στηριχτούμε στους αιμοδότες μας» σημειώνει.

Η χώρα μας καταγράφει μια αύξηση των αιμοδοτών κατά 5.000, με το σύνολο σήμερα να είναι 432.000 αιμοδότες από τους οποίους δεν είναι όλοι τακτικοί, πολλοί έχουν δώσει μία φορά και δεν έχουν ξαναδώσει. Επιπλέον φέτος μετράμε 8.000 μονάδες αίματος περισσότερες από το 2024, ωστόσο δεν είναι κατανεμημένες ισόποσα όπως χρειάζονται οι ασθενείς, γι’ αυτό και βλέπουμε εποχικές ελλείψεις.

Εκτός από οργανωμένη στρατηγική για την προσέλκυση αιμοδοτών, χρειάζονται μας λέει η βιοπαθολόγος και προσλήψεις στις αιμοδοσίες -παρασκευαστές, τεχνολόγοι, νοσηλευτές κ.λπ.- που λόγω του ότι δεν υπάρχουν δυσκολεύονται οι αιμοδοσίες να αντεπεξέλθουν. Ακόμα χρειάζεται η κεντρική διαχείριση αίματος να επεκταθεί και εκτός της Αττικής και να ολοκληρωθεί σε όλη τη χώρα.

Εκκληση για αίμα

Η κεντρική διαχείριση προϋποθέτει ότι το αίμα μεταφέρεται από τις αιμοδοσίες στο ΕΚΕΑ και επιστρέφει πίσω αφού έχει γίνει επεξεργασία και έλεγχός του με τις υψηλότερες προδιαγραφές. Με την κεντρική διαχείριση του αίματος επιτυγχάνεται και η εξοικονόμηση αίματος και πόρων, όπως για παράδειγμα έχει εξασφαλιστεί 30% μεγαλύτερη ποσότητα αιμοπεταλίων ελαττώνοντας έτσι την ανάγκη δοτών αιμοπεταλίων.

Επιπλέον κρίσιμη είναι η πρόβλεψη και ο σχεδιασμός ζήτησης αίματος (blood demand forecasting) που αποτελεί κρίσιμο κομμάτι της εφοδιαστικής αλυσίδας υγείας, καθώς στοχεύει στην εξισορρόπηση της επάρκειας αποθεμάτων με την ελαχιστοποίηση της σπατάλης λόγω της περιορισμένης διάρκειας ζωής των προϊόντων αίματος.

! Οι ασθενείς κάνουν έκκληση για αίμα από όλους τους πολίτες 18-65 ετών, υπενθυμίζοντας ότι κάθε φιάλη αίματος μπορεί να σώσει έως και τρεις ζωές. Αν νοσούν με γρίπη ή ίωση χρειάζεται να περιμένουν 14 μέρες μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων.