Η ψωρίαση αποτελεί μια χρόνια, μη μεταδοτική φλεγμονώδη δερματοπάθεια που απασχολεί το 0,1-11,8% του παγκόσμιου πληθυσμού, ποσοστό που ποικίλλει ανάλογα με την εθνικότητα και το γεωγραφικό πλάτος.
Στην Ελλάδα, η επίπτωση της νόσου υπολογίζεται στο 2-2,5%, ενώ το 1/3 των ασθενών με ψωρίαση έχει οικογενειακό ιστορικό. Η επίπτωση δεν διαφέρει μεταξύ των δύο φύλων, ενώ μπορεί να εμφανιστεί από την παιδική ηλικία
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η παιδιατρική ψωρίαση εμφανίζεται στο 0,7% του παιδικού πληθυσμού, συνήθως μεταξύ των 7-11 ετών, και επίσης χωρίς σημαντική διαφορά ανάλογα με το φύλο. Η παιδιατρική ψωρίαση έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με την ψωρίαση των ενηλίκων και παρ’ όλο που οι ψωριασικές βλάβες είναι συνήθως λιγότερο εκτεταμένες, υπάρχουν σημαντικές συναισθηματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των παιδιών.
Η ψωρίαση συσχετίζεται με πολλά άλλα νοσήματα και υπάρχει σημαντικό μέρος της παγκόσμιας βιβλιογραφίας που αναφέρεται στο θέμα των συννοσηροτήτων. Για παράδειγμα, η ψωριασική αρθρίτιδα εμφανίζεται στο 25-40% των ψωριασικών ασθενών.
Επιδημιολογικές μελέτες, δε, έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με ψωρίαση πάσχουν συχνότερα, σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, και από άλλα χρόνια αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα ή τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, όπως η νόσος Crohn (0,5-1%) και η ελκώδης κολίτιδα (0,4%).
Επιπλέον, μεταβολικά νοσήματα, όπως η παχυσαρκία (έως 37%), η υπέρταση (έως 44%), η υπερλιπιδαιμία (έως 50%) και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (έως 37%), που μπορεί να προκαλέσουν έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, είναι πιο συχνά σε ψωριασικούς ασθενείς.
Συγκεκριμένα, οι ασθενείς με ψωρίαση έχουν αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο (28%) και έμφραγμα του μυοκαρδίου (11%).
Επιπλέον, η ψωρίαση αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου, ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα με βαριά νόσο. Εξάλλου, ο κίνδυνος για καρδιαγγειακά συμβάματα φαίνεται να σχετίζεται και με τη χρονιότητα της ψωρίασης.
Ο ψωριασικός ασθενής συχνά είναι καπνιστής, παχύσαρκος, με αυξημένη πιθανότητα να πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία (μεταβολικό σύνδρομο).
Η επίδραση της ψωρίασης στην ποιότητα ζωής των ασθενών είναι ιδιαίτερα αρνητική, έχει μελετηθεί εκτενώς και συγκρίνεται με εκείνη άλλων χρόνιων επιβαρυντικών για την υγεία νοσημάτων, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, ο σακχαρώδης διαβήτης, το έμφραγμα του μυοκαρδίου και η υπέρταση.
Τα συμπτώματα της νόσου, όπως ο κνησμός, το άλγος και η εικόνα των ψωριασικών πλακών, προξενούν άγχος και αίσθημα ντροπής στους ασθενείς.
Συχνά, οι ψωριασικοί ασθενείς γίνονται θύματα κοινωνικής περιθωριοποίησης και στιγματισμού, ενώ μπορεί να αντιμετωπίζουν προβλήματα στις κοινωνικές, διαπροσωπικές, σεξουαλικές και εργασιακές τους σχέσεις λόγω της νόσου τους.
Επιπλέον, η ψωρίαση έχει συσχετιστεί με υψηλά ποσοστά κατάθλιψης (17-30%), αγχώδους συνδρομής (22%) και αυτοκτονικού ιδεασμού (5%). Πιο συγκεκριμένα, σε μελέτη που διεξήχθη στο Ιατρείο Ψωρίασης του Νοσοκομείου «Α. Συγγρός», το 88,3% των ασθενών ανέφερε μέτρια έως εξαιρετικά σημαντική αρνητική επίδραση στην ποιότητα ζωής.
Οι παλαιότερες διαθέσιμες θεραπείες για τη μέτρια-σοβαρή ψωρίαση (κυκλοσπορίνη, μεθοτρεξάτη, ασιτρετίνη, PUVA) χαρακτηρίζονταν από περιορισμούς στη χρήση τους, κυρίως λόγω τοξικότητας και ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα κατά τη μακροχρόνια χορήγησή τους.
Η θεραπευτική φαρέτρα της ψωρίασης έχει εμπλουτιστεί την τελευταία δεκαετία με την έλευση νέων στοχευμένων θεραπειών, των βιολογικών παραγόντων (τριών antiTNF-α παραγόντων: adalimumab, etanercept, infliximab και ενός antiIL12/23 παράγοντα: ustekinumab) που παρουσιάζουν μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και σταθερό προφίλ ασφάλειας.
Το πλεονέκτημα των βιολογικών θεραπειών είναι η πολύ καλή αποτελεσματικότητα τόσο στην ψωρίαση όσο και στις συννοσηρότητες που σχετίζονται με αυτήν.
Συγκεκριμένα, οι τέσσερις βιολογικοί παράγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω έχουν επίσημη ένδειξη και στην ψωριασική αρθρίτιδα, την πιο συχνή συννοσηρότητα της ψωρίασης, ενώ υπάρχουν βιβλιογραφικά δεδομένα, κυρίως για τους antiTNF-α παράγοντες, που επισημαίνουν την προστατευτική τους δράση σε όλα τα στάδια της φλεγμονώδους διεργασίας που σχετίζεται με την ψωρίαση (μείωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων, εμφράγματος του μυοκαρδίου, αρθρική καταστροφή).
Η συνεχής κατανόηση και η σε βάθος μελέτη των παθογενετικών μονοπατιών της ψωρίασης οδηγούν σε διαρκή παραγωγή βιολογικών θεραπειών (π.χ. αναστολείς της IL17, αναστολείς JAK, αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης 4).
Ενας αντίλογος που συχνά ανακύπτει, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, είναι το υψηλό κόστος αυτών των θεραπειών. Οπως όμως προκύπτει, η ορθή, μακροχρόνια, αλλά κυρίως έγκαιρη χρήση τους βοηθά στην πρώιμη ρύθμιση της ψωρίασης και των συννοσηροτήτων και περιορίζει σημαντικά τόσο το άμεσο όσο και το έμμεσο κόστος της νόσου.
Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι η έγκαιρη παρέμβαση με βιολογικούς παράγοντες συμβάλλει όχι μόνο στη σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόμων με ψωρίαση αλλά και στη μείωση των απουσιών από την εργασία και κυρίως στη βελτίωση της αποδοτικότητας κατά την παραμονή στον χώρο εργασίας. Μάλιστα, τα οφέλη από τη χρήση των καινοτόμων αυτών θεραπειών μεγιστοποιούνται όταν χρησιμοποιηθούν έγκαιρα, με στενή παρακολούθηση από τον δερματολόγο και συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία.
Επομένως, οι όποιοι μελλοντικοί σχεδιασμοί σχετίζονται με την υγεία, παρά την οικονομική κρίση, δεν θα πρέπει να έχουν βραχυχρόνιο χαρακτήρα. Αντίθετα, θα πρέπει να διαμορφώνονται με βάση τις συνολικές μακροχρόνιες επιπτώσεις της ασθένειας στο σύνολο της κοινωνίας και να επενδύουν στη σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών.
*δερματολόγος με ειδίκευση στην Κλινική Δερματολογία, Α’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική, Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός»
