Με… διαδικασίες εσωτερικής μετανάστευσης γιατρών στηρίζουν στα πόδια του το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Κεντρικής Μακεδονίας που παραπαίει. Οι μετακινήσεις από πόλη σε πόλη και από Κέντρα Υγείας ή νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης σε άλλα νοσοκομεία της περιφέρειας που έχουν άμεση ανάγκη γίνονται με ρυθμούς ταχύτερους από εκείνους επί πανδημίας.
Με νέες καταγγελίες επανήλθε χθες η Ενωση Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης (ΕΝΙΘ) σε διαμαρτυρία της στην 4η ΥΠΕ. Οπως αναφέρει, «τελευταία παραδείγματα, οι αποφάσεις μετακίνησης παιδιάτρων από το Κ.Υ. Θέρμης για την κάλυψη της παιδιατρικής κλινικής του Νοσοκομείου Πολυγύρου με εφημερίες την καλοκαιρινή περίοδο, όπως επίσης η μετακίνηση καρδιολόγου από το Κέντρο Υγείας Ευόσμου προς το Νοσοκομείο Εδεσσας για το ίδιο διάστημα».
Μάλιστα, όπως τονίζουν, οι γιατροί καλούνται να μετακινηθούν «σε διάστημα 3 ημερών από την ενημέρωσή τους και μάλιστα εν μέσω των θερινών αδειών. Με αυτόν τον τρόπο, εκτός του προβλήματος που δημιουργείται στην ιατρική κάλυψη του πληθυσμού της Θέρμης και της Δυτικής Θεσσαλονίκης, δεν “λύνεται” καν το πρόβλημα κάλυψης των παιδιατρικών και καρδιολογικών περιστατικών στη Χαλκιδική και την Εδεσσα καθώς πρόκειται για ιατρούς της ΠΦΥ που απέχουν χρόνια από την άσκηση δευτεροβάθμιας περίθαλψης και τη νοσηλεία περιστατικών, με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των περιστατικών που αντιμετωπίζει η κάθε δομή να έχουν χαώδεις διαφορές».
Ο πρόεδρος της ΕΝΙΘ, Χρήστος Καραχρήστος, λέει στην «Εφ.Συν.» πως «η κατάσταση δυστυχώς φαίνεται ότι θα συνεχιστεί με αυτόν τον τρόπο, με μετακινήσεις “μπαλώματα” καθώς τα κενά είναι τεράστια». Ομως έχει επιπλέον συνέπειες αυτή η πολιτική, αφού «πολλοί συνάδελφοι δεν αντέχουν πια αυτή την κατάσταση και σκέφτονται την παραίτηση, όπως άλλοι το έχουν ήδη κάνει».
Οι τελευταίες αυτές μετακινήσεις προστίθενται σε όσες έχουν ήδη καταγγελθεί: «Εντατικολόγων από Ιπποκράτειο και ΑΧΕΠΑ προς την παθολογική της Δράμας, ακτινολόγων από τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης προς το Νοσοκομείο Πολυγύρου, αναισθησιολόγων προς Νοσοκομείο Σερρών και άλλα νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδας, παθολόγων προς το Νοσοκομείο Φλώρινας και Πτολεμαΐδας».
