Σε μόλις δύο χρόνια και δύο μήνες χάσαμε περισσότερους από 28.830 ανθρώπους από τον ιό της πανδημίας και ανεξάρτητα αν πούμε πως ήταν «με Covid» και όχι «από Covid» όπως θέλει να λέει η κυβέρνηση μετράμε «πολύ μεγαλύτερο αριθμό απωλειών σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης».
Το τελευταίο συμπέρασμα προκύπτει από τον ομότιμο καθηγητή Πνευμονολογίας – Λοιμωξιολογίας στο ΑΠΘ, Ιωάννη Κιουμή που κλήθηκε να σχολιάσει το επιχείρημα πως η Ελλάδα έχει διαφορετικό σύστημα καταγραφής θανάτων.
«Οι θάνατοι στην Ελλάδα είναι αρκετά περισσότεροι από όσους θα έπρεπε να είναι, αν κοιτάξουμε τι γίνεται και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται ότι δεν υπολογίζονται οι θάνατοι με τον ίδιο τρόπο σε πολλές χώρες, δεν είναι απολύτως ικανοποιητικό, γιατί υπάρχουν χώρες που υπολογίζουν τους θανάτους με τον δικό μας τρόπο και αν καθίσει κανείς να κάνει τη σύγκριση θα διαπιστώσει ότι και πάλι υστερούμε», τονίζει ο καθηγητής (iatronet.gr) για να προσθέσει: «Και αν κι αυτό δεν πείθει, τότε μπορεί να δει κανείς ξανά τη μελέτη του καθηγητή κ. Τσιόδρα σε συνεργασία με τον καθηγητή κ. Λύτρα, που έδειξε ότι η θνητότητα από τη νόσο διαφέρει ανάλογα με το αν βρίσκεσαι στην Αθήνα ή σε κάποια άλλη ελληνική πόλη. Μιλάμε πάντα για τον ίδιο ιό και για την ίδια ακριβώς μέτρηση της θνητότητας. Άρα λοιπόν υπάρχουν θέματα τα οποία είναι ανοιχτά, οφείλουν να μελετηθούν και θα πρέπει να υπάρξουν οι κατάλληλες απαντήσεις».
Η πλεονάζουσα θνησιμότητα (δηλαδή οι παραπάνω θάνατοι από όσους καταγράφει συνήθως η χώρα ετησίως) αποτελεί ένα μείζον ζήτημα που η κυβέρνηση αρνείται να διερευνήσει δίνοντας πρόσβαση στην επιστημονική κοινότητα στα στοιχεία.
Ο κ. Κιουμής εκτιμά πως ο αριθμός των θανάτων από COVID-19 θα μειωθεί το επόμενο διάστημα, ακολουθώντας τους υπόλοιπους δείκτες (αριθμός κρουσμάτων, νοσηλειών, διασωληνωμένων) και θεωρεί πως η επιδημιολογική εικόνα επιτρέπει την άρση των περιορισμών για το καλοκαίρι.
Σε ό,τι αφορά το φθινόπωρο, δεν κρύβει την ανησυχία του για ενδεχόμενο πισωγύρισμα, αν δεν έχει κυκλοφορήσει ως τότε το επικαιροποιημένο εμβόλιο, που θα παρέχει προστασία από τις νέες μεταλλάξεις και κυρίως μεγαλύτερη διάρκεια.
