Στοιχίζει στην ελληνική οικονομία 0,5% του ΑΕΠ η ελλιπής αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ελληνικής παραγωγικής φαρμακοβιομηχανίας, επισήμανε χθες ο Βασίλης Πενταφρράγκας, εντεταλμένος σύμβουλος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), στη διάρκεια της ομιλίας του στην Ετήσια Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Αντιπροσώπων Φαρμακευτικών Ειδών και Ειδικοτήτων (ΣΑΦΕΕ).
Ο ίδιος μίλησε για «αντιστοιχία λόγων και πράξεων που θα πρέπει κάποτε επιτέλους να σταματήσει: Από τη μια πλευρά η ελληνική παραγωγική φαρμακοβιομηχανία αναγνωρίζεται ως αναπτυξιακός κλάδος που δημιουργεί σημαντική Προστιθέμενη Αξία και από την άλλη όλες οι πολιτικές των τελευταίων ετών – με αποκορύφωμα το clawback – υπονομεύουν στην πράξη τη δυναμική αυτή». Το θέμα της συζήτησης που διεξήχθη στην αίθουσα «Παύλος Γιαννακόπουλος» της εταιρίας ΒΙΑΝΕΞ ήταν «Clawback: Επιχειρηματική και Νομική Θεώρηση».
Ο πρόεδρος του ΣΑΦΕΕ, Δημήτρης Γιαννακόπουλος αναφέρθηκε στις συντονισμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις που υπέβαλε ο Σύλλογος σε συνεργασία και με τις λοιπές οργανώσεις του κλάδου των φαρμακευτικών εταιρειών προς τους αρμόδιους φορείς του δημοσίου με σκοπό να μετριάσει τις επιπτώσεις που είχε η δυσμενής οικονομική κατάσταση, η οποία έχει πλήξει τον κλάδο και η οποία επιδεινώθηκε με την τιμολογιακή πολιτική, το rebate και το clawback.
Παράλληλα στάθηκε στην σημασία της εφαρμογής της αξιολόγησης της καινοτομίας και των νέων φαρμάκων, αλλά και στην αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων και των οικονομικών φαρμάκων, η οποία όπως είπε για να επιτευχθεί χρειάζεται παροχή κινήτρων στους γιατρούς και τους φαρμακοποιούς. Κλείνοντας την σύντομη παρέμβασή του ανέφερε ότι τα εξωφρενικά ποσά που καλούνται να πληρώσουν οι εταιρείες για clawback και rebate χρήζουν άμεσης επανεξέτασης και διόρθωσης.
Οι εξαιρετικά χαμηλοί (ανεπαρκείς) κλειστοί προϋπολογισμοί για τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, τόνισε ο Β. Πενταφράγκας, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δραματικών υπερβάσεων και πρόσθεσε πως «παρά τις τεράστιες μειώσεις που επεβλήθησαν στις τιμές των φαρμάκων και ειδικότερα στα ελληνικά οικονομικά φάρμακα, συνεχίζεται η δραματική και αναίτια επιβάρυνση τους με συνεχώς υψηλότερο Clawback κάθε χρόνο».
Οι βασικές αιτίες της διαρκούς αύξησης της δαπάνης και του clawback, εξήγησε, «είναι η αδυναμία ελέγχου του όγκου (volume) και αδυναμία ελέγχου της υποκατάστασης (volume mix), η αδυναμία αξιολόγησης της επίπτωσης των νέων δραστικών ουσιών στη δαπάνη και η αδυναμία ελέγχου της συνταγογράφησης Φαρμάκων Υψηλού Κόστους, η συμπερίληψη δαπανών πρόληψης & πρόνοιας στη φαρμακευτική δαπάνη και η διατήρηση αντικινήτρων για τη χρήση οικονομικότερων σκευασμάτων».
Οι παραπάνω στρεβλώσεις ανέφερε, «εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν σταθερά τη φαρμακευτική πολιτική στη χώρα μας, παρά τις συνεχείς μνημονιακές «μεταρρυθμίσεις» των τελευταίων χρόνων που στην πράξη αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Είναι ξεκάθαρο ότι η μονομερής εστίαση στην περιστολή της δαπάνης, οδήγησε στην αποτυχία ουσιαστικού εξορθολογισμού της φαρμακευτικής αγοράς και στην αδυναμία παραγωγής βιώσιμων εξοικονομήσεων».
Η μείωση των παραγωγικών επενδύσεων, η ανάσχεση παραγωγικών δυνατοτήτων – εξαγωγών, η αδυναμία δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, η μείωση ανταγωνιστικότητας είναι οι δυσβάσταχτες συνέπειες για την φαρμακοβιομηχανία, επισήμανε.
Αντίστοιχα, κατέδειξε ότι οι συνέπειες για το κράτος είναι φαύλος κύκλος και αδιέξοδο όταν υπάρχει αδυναμία συγκράτησης δαπανών, απώλεια εσόδων και διατήρηση ελλείμματος εμπορικού ισοζυγίου, δεδομένου ότι «είναι παράδοξο, από τη μία πλευρά η Πολιτεία να επιδιώκει την αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων και ταυτόχρονα να τιμωρεί τα γενόσημα με εξοντωτικό clawback σε βαθμό που να πλήττει τη βιωσιμότητά τους».
Ο Βασίλης Πενταφράγκας στη συνέχεια αναφέρθηκε στις προτάσεις για τη φαρμακευτική δαπάνη και το clawback που έχει καταθέσει η ελληνική παραγωγική φαρμακοβιομηχανία:
1. Επιμερισμός του κλειστού προϋπολογισμού της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης σε τρεις υπο-προϋπολογισμούς: (α) on patent, (β) Ν.3816 και (γ) φάρμακα απροστάτευτης αγοράς (off patent + γενόσημα). Αυτό θα σταματήσει επιτέλους την αδικία όπου τα γενόσημα και τα παλαιά δοκιμασμένα φάρμακα, επιβαρύνονται με clawback λόγω της αύξησης της δαπάνης που προκαλούν τα νέα πολύ ακριβά φάρμακα που διατίθενται κυρίως μέσω των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ
2. Κάλυψη της δαπάνης των εμβολίων και των ορών από διαφορετικό κονδύλι σύμφωνα και με τη μεθοδολογία του Συστήματος Λογαριασμών Υγείας του ΟΟΣΑ.
3. Κάλυψη από τον προϋπολογισμό πρόνοιας τουλάχιστον του 50% της δαπάνης που αφορά στους ανασφάλιστους. Η φαρμακοβιομηχανία με συναίσθημα ευθύνης και πίστη στην αξία της κοινωνικής προσφοράς, έχει εδώ και μια τριετία αναλάβει την κάλυψη αυτού του σημαντικού κόστους που μόνο το 2018 αναμένεται να ξεπεράσει τα 200 εκατ. €. Όμως πλέον η επιβάρυνση αυτή ξεπερνά τις δυνατότητές της
4. Κίνητρα για την επιλογή οικονομικότερων θεραπειών σε γιατρούς, φαρμακοποιούς και πολίτες.
5. Αξιοποίηση δεδομένων ηλεκτρονικής συνταγογράφησης έλεγχος και λογοδοσία.
Από την πλευρά του ο Ιωάννης Πετρόγλου, Διδάκτωρ Νομικής και Δικηγόρος με ειδίκευση στο φαρμακευτικό δίκαιο ανέπτυξε τη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας σε υποθέσεις clawback καθώς και τα νομικά ζητήματα που δεν έχουν μέχρι σήμερα αντιμετωπιστεί από το δικαστήριο. Κατά την εκτίμησή του, η μέχρι σήμερα νομολογία του ΣτΕ για το clawback δεν προεξοφλεί αναγκαστικά τις επόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, καθ’ όσον έχουν μεταβληθεί άρδην οι συνθήκες που σταθμίζονται, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας.
Ειδικότερα, εξήγησε, το δημοσιονομικό συμφέρον, πλέον, δεν επιβάλλει στον ίδιο βαθμό, όπως στο παρελθόν, τη διατήρηση του clawback. Παράλληλα, έχει αυξηθεί ραγδαία η ένταση της προσβολής των δικαιωμάτων των φαρμακευτικών επιχειρήσεων, λόγω της γεωμετρικής αύξησης των υπερβάσεων της νοσοκομειακής και εξωνοσοκομειακής δαπάνης και της σωρευτικής επιβάρυνσής τους με άλλες χρηματικές επιστροφές.
Ο Ιωάννης Πετρόγλου επισήμανε ακόμα ότι ο μηχανισμός clawback δεν είναι συμβατός με το ευρωπαϊκό δίκαιο και ανέφερε ότι αναμένεται η έκδοση απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κίνηση διαδικασίας εις βάρος της Ελλάδας για παράβαση του Ενωσιακού δικαίου λόγω του clawback καθώς και η έκδοση αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου για προσβολή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
