Το Κτηματολόγιο ξεκίνησε πριν από 30 χρόνια, στοίχισε έως τώρα 1 δισεκατομμύριο ευρώ και τα τελευταία χρόνια έγινε αντικείμενο μεγάλων κυβερνητικών πανηγυρισμών για τα ψηφιακά άλματα της Ελλάδας. Σύμφωνα όμως με την τελευταία Εκθεση Ελέγχου που εκπόνησε το Ελεγκτικό Συνέδριο, συνεχίζει να αποτελεί παράγοντα αβεβαιότητας για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα καθώς καθυστερεί η επίλυση εκκρεμοτήτων, αλλά και η στελέχωση με προσωπικό παραμένει ελλιπής.
Η πολυσέλιδη Εκθεση Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ολοκληρώθηκε στα τέλη Μαρτίου του 2026 και ξεκινά με την παραδοχή ότι «το Εθνικό Κτηματολόγιο αποτελεί θεμελιώδες δυναμικό εργαλείο για την ορθολογική οργάνωση και ανάπτυξη της χώρας». Τονίζεται, μάλιστα, ότι στα πρώτα 160 χρόνια από την σύσταση του ελληνικού κράτους, η κατοχύρωση και η περιγραφή των δικαιωμάτων επί της ακίνητης περιουσίας αντιμετωπίστηκαν αποσπασματικά με 4.000 διαφορετικούς νόμους, διατάγματα και εγκυκλίους. Ετσι, το 1995 ξεκίνησε η διαδικασία εκπόνησης του Κτηματολογίου, το οποίο όμως παραμένει ακόμη ανολοκλήρωτο. Στη συνοπτική καταγραφή των συμπερασμάτων, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι:
● «Το χρονικό διάστημα των 30 ετών που απαιτήθηκε είναι αντικειμενικά υπέρμετρα εκτεταμένο ακόμη και για ένα τόσο σύνθετο εγχείρημα».
● «Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της κτηματογράφησης οφείλεται σε εγγενείς παράγοντες, αλλά και χρόνιες δυσλειτουργίες, όπως η ελλιπής καταγραφή της δημόσιας περιουσίας και η μη σύνταξη δασικών χαρτών».
● «Σε πολλές περιοχές περατώθηκε πρόωρα η κτηματογράφηση χωρίς προηγούμενη ολοκλήρωση της εξέτασης αιτήσεων διόρθωσης και ενστάσεων από τις αρμόδιες επιτροπές ή τον ανάδοχο. Δεν έχει γίνει μέχρι τώρα χρήση της νομοθετικά προβλεπόμενης δυνατότητας περάτωσης χωρίς προηγούμενη ανάρτηση. Επίσης, προβλέφθηκαν ιδιαίτερα αυστηρές διαδικαστικές προϋποθέσεις εξέτασης των αιτήσεων διόρθωσης».
● Αυτή η πρόωρη περάτωση του Κτηματολογίου υλοποιήθηκε το 2024 και διαφημίστηκε ως ολοκλήρωσή του. Ομως το Ελεγκτικό Συνέδριο σημειώνει ότι ενώ με τα μέτρα που προαναφέρονται επιταχύνθηκε η έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, τα ίδια μέτρα «μπορούν να προκαλέσουν παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων και επιβάρυνση του δικαστικού συστήματος, αν δεν επιταχυνθεί η διεκπεραίωση των εκκρεμοτήτων».
● Σε ορισμένα κτηματολογικά γραφεία διαπιστώνεται μεγάλος αριθμός εκκρεμοτήτων λόγω υποστελέχωσης.
● Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης επιτάχυνε σημαντικά τον νομικό έλεγχο των εγγραπτέων πράξεων, όμως «συνεπάγεται την ανάγκη πρόβλεψης κατάλληλων δικλίδων ασφαλείας».
● «Οι διαδικασίες έχουν ψηφιοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό, διαπιστώνονται όμως ορισμένες δυσλειτουργίες.
● «Υφίσταται νομοθετική ασάφεια ως προς το θεμελιώδες ζήτημα αν η οριστικοποίηση ανακριβών πρώτων εγγραφών συνεπάγεται πρωτότυπη κτήση της κυριότητας από τον ανακριβώς εγγεγραμμένο. Το καθεστώς αποζημιωτικής ευθύνης του Ελληνικού Κτηματολογίου για εσφαλμένες εγγραφές χρήζει επανεξέτασης». Στο κενό που υπάρχει για τη νομική αξία των πιστοποιητικών, είναι ενδεικτικό ότι το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης απαντά πως «το κτηματολογικό φύλλο αποτελεί πιστοποιητικό και όχι τίτλο κτήσης».
● Υπάρχει μεγάλο ποσοστό (8,82%) αδήλωτων δικαιωμάτων στο Κτηματολόγιο. Σε ένα σύνολο 39,15 εκατομμυρίων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, αυτά που δεν έχουν δηλωθεί και παραμένουν «αγνώστου ιδιοκτήτη» ανέρχονται σε 3,45 εκατομμύρια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη περιοχές όπου δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάρτηση.
● Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προχώρησε την πρόωρη περάτωση της κτηματογράφησης με τους νόμους 4821/2021 και 5142/2024 χωρίς η απόφαση να συνοδεύεται «από επαρκή στάθμιση του κόστους και του οφέλους αυτής της επιλογής». Ειδικά το 2024, «η πρόωρη περαίωση επεκτείνεται σε περιοχές για τις οποίες δεν έχουν εξεταστεί ούτε οι αιτήσεις διόρθωσης», «οι πρώτες εγγραφές βασίζονται σε στοιχεία που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί, ενώ οι εκκρεμείς δηλώσεις και αιτήσεις σημειώνονται στα κτηματολογικά φύλλα για μελλοντική εξέταση».
● Το Ελεγκτικό Συνέδριο τονίζει ότι «η αβεβαιότητα επεκτείνεται πλέον σε όλα τα ακίνητα για τα οποία έχει υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα διόρθωσης, μέχρι αυτό να αξιολογηθεί». Νομικοί κύκλοι εκτιμούν, μάλιστα, ότι η αβεβαιότητα επεκτείνεται και σε όλα τα όμορά τους ακίνητα.
● Το Ελεγκτικό έκανε αρχικά λόγο για 350.000 ενστάσεις-αιτήσεις διόρθωσης που παρέμεναν σε εκκρεμότητα. Από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης διευκρινίστηκε ότι εκκρεμούν 233.000 ενστάσεις για διόρθωση στοιχείων και η επεξεργασία τους αναμένεται να ολοκληρωθεί το έτος 2028, με προϋπόθεση να συγκροτούνται 230 επιτροπές εξέτασης ετησίως μετά το έτος 2026.
● Για το θέμα της υποστελέχωσης των Κτηματολογικών Γραφείων, το υπουργείο απαντά ότι από τις 1.120 οργανικές θέσεις, έχουν καλυφθεί 599, έχουν «δεσμευθεί για κάλυψη μέσω διαδικασιών ΑΣΕΠ 335» και παραμένουν κενές 186.
● Για το γεγονός ότι παρά τις σημαντικές εκκρεμότητες το Ελληνικό Κτηματολόγιο ξοδεύει τεράστια ποσά 4 εκατομμυρίων ευρώ για να διαφημίσει το έργο του, το υπουργείο απαντά ότι αυτό απορρέει από ευρωπαϊκούς κανονισμούς και το ΕΣΠΑ που χρηματοδότησε το έργο.
Στις συστάσεις με τις οποίες καταλήγει το Ελεγκτικό Συνέδριο, ζητείται από το Ελληνικό Κτηματολόγιο να προχωρήσουν οι εκκρεμείς υποθέσεις και να κλείσουν οι εκκρεμότητες το συντομότερο δυνατόν, να επιταχυνθεί η διαδικασία κάλυψης των θέσεων προσωπικού. Ως σύσταση τρίτη αναφέρεται η ανάγκη «να θεσπισθούν σαφή κριτήρια και διαδικασίες για τον προσδιορισμό της σειράς με την οποία διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς αιτήσεις». Το θέμα της προτεραιοποίησης υποθέσεων με κριτήρια «ρουσφετολογικά» έχει απασχολήσει πολλές φορές την επικαιρότητα ακόμη και με καταγγελίες προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
