«Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί
Τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες
Μας χαζεύουν οι εξωγήινοι μέσα από το κουτί
Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες»
Ποιος να φανταζόταν ότι οι πολυκατοικίες που πήραν τη θέση φτωχικών μονοκατοικιών, «υποσχόμενες» ανάπτυξη και οικονομική άνθηση, θα κατέληγαν να αφηγούνται την ιστορία μιας γενιάς που έμαθε να ζει όλο και με λιγότερα. Σήμερα, πίσω από πανομοιότυπες προσόψεις και μπαλκόνια καρμπόν που μοιάζουν επαναλαμβανόμενα σαν σκηνικό, στριμώχνονται ζωές σε μία διαρκή αναμονή, άνθρωποι που προσαρμόζουν τα σχέδιά τους στους μισθούς, στα ενοίκια και στην καθημερινότητά τους στην οποία η επισφάλεια δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας.

Οι «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ηρως), το κόμικ των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι με αφετηρία το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ, περισσότερο ως κοινωνικό αίσθημα παρά ως αφηγηματικό οδηγό, συνθέτουν ένα σκοτεινό πορτρέτο της πόλης μετά την κρίση, που αποτελείται από μικρά διαμερίσματα, εύθραυστες ισορροπίες, σχέσεις που δοκιμάζονται από την οικονομική πίεση και την αίσθηση ότι το μέλλον μετατίθεται συνεχώς πιο πέρα.
Οι ιστορίες του κόμικ αποφεύγουν τους ηρωισμούς και στρέφονται σε πρόσωπα οικεία και αναγνωρίσιμα, εργαζόμενους χωρίς σταθερό έδαφος, νέους που μετακινούνται ανάμεσα σε προσωρινές δουλειές, ανθρώπους που κατοικούν την ίδια πόλη αλλά σίγουρα δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες.
Ετσι, με αυτόν τον τρόπο η κάθε πολυκατοικία γίνεται ένας χάρτης κοινωνικών αντιθέσεων που οι αποστάσεις δεν μετρώνται σε ορόφους αλλά σε ευκαιρίες ζωής.
Ανάμεσα στην εικόνα και τον λόγο, οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν ως αφήγηση της συλλογικής εμπειρίας μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα στη διαρκή κρίση και εξακολουθεί να αναζητά χώρο, κυριολεκτικά και συμβολικά, μέσα στην πόλη.
Με αφορμή την κυκλοφορία του κόμικ, μιλήσαμε με τους δημιουργούς του, Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι.

«Συμπυκνώσαμε τα χρόνια της ασφυξίας»
Μι Δέλτα, συγγραφέας
● Τι κάνει τις «Πολυκατοικίες» να μην είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τον ΛΕΞ»;
Oι «Πολυκατοικίες» είναι εμπνευσμένες από το ομώνυμο τραγούδι, αλλά έχουν μια διαφορετική ιστορία. Ουσιαστικά είναι ένα κοινωνικό ψυχογράφημα, μια αστική ιστορία διαπροσωπικών σχέσεων, αν θέλεις. Το τραγούδι του ΛΕΞ ουσιαστικά είναι μουσικό χαλί σε αυτή την ιστορία. Στόχος ήταν να δείξουμε πως το κομμάτι ήταν πηγή έμπνευσης και παράλληλα ένα κλείσιμο του ματιού σε ανθρώπους της γενιάς μας που είχαν κοινά βιώματα.
● Αναφέρετε στο κείμενό σας ότι, αν κάποιος σας ζητούσε να περιγράψετε την Ελλάδα των τελευταίων 15 ετών σε τρία λεπτά, θα του βάζατε να ακούσει τις «Πολυκατοικίες». Πώς αποφασίσατε να μεταφέρετε αυτό το ηχόχρωμα από τον στίχο στην εικόνα και το μελάνι;
Κατά την περίοδο του Covid, στον δεύτερο εγκλεισμό παρατηρούσα από το μπαλκόνι μου τα διαμερίσματα της απέναντι πολυκατοικίας. Εβλεπα φώτα να ανάβουν και να σβήνουν και σκέφτηκα πως αυτό μοιάζει με μια ιδιότυπη τρίλιζα. Μάθαινα χωρίς να το θέλω τις ιστορίες των ανθρώπων που έμεναν απέναντί μου. Ιστορίες δύσκολες αλλά και ελπιδοφόρες. Τότε είπα πως αυτό θέλω να το κάνω κάτι γιατί με συγκίνησε. Το κράτησα σαν ιδέα και όταν ήρθε η ώρα κάναμε τις «Πολυκατοικίες».
● Εχετε δηλώσει ότι το σενάριο αυτού του κόμικ δεν το είδατε ούτε στιγμή ως «δουλειά», αλλά ως μια διαδικασία ψυχοθεραπείας. Πόσο δύσκολο ήταν να εξωτερικεύσετε προσωπικά βιώματα τόσων χρόνων με μορφή συλλογικής αφήγησης;
Το γράψιμο είναι μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που έχω παρακολουθήσει. Για μένα δεν είναι ούτε εύκολο ούτε δύσκολο να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα στα κείμενά μου. Το θεωρώ κάπως αυτονόητο. Οταν αυτό βρίσκει ανθρώπους που τους ακουμπά, τότε χαίρομαι και συγκινούμαι γιατί βλέπω πως το προσωπικό γίνεται συλλογικό και είναι πολύ ωραίο το μοίρασμα.
● Στο εισαγωγικό σημείωμα τονίζετε ότι από τα κείμενα για την «οικονομική κρίση» λείπει συνήθως η άποψη των ίδιων των υποκειμένων. Πιστεύετε ότι το κόμικ, ως μέσο, δίνει μια πιο «ωμή» και ρεαλιστική φωνή σε αυτή τη γενιά;
Το κόμικ ως μέσο συνδυάζει δυο επίπεδα αφήγησης, το λεκτικό και την εικόνα. Αυτό βοηθά αρκετά καθώς μια αστική ιστορία όπως είναι η συγκεκριμένη έχει τη δυναμική να πει και να δείξει στιγμές από τις καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων στα χρόνια της κρίσης. Και κυρίως να δείξει πώς επηρεάστηκαν οι σχέσεις των ανθρώπων αυτά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια.
● Γίνονται αναφορές από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου το 2008 μέχρι την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την πανδημία. Πώς αποτυπώνεται αυτή η διαρκής αίσθηση «ασφυξίας» και καταστολής στην πλοκή του έργου;
Με το αστικό τοπίο, με την οπτικοποίηση μέσω των εξαιρετικών σκίτσων του Δημήτρη και με την πλοκή η οποία είναι γρήγορη και κοφτή. Μου έχει πει ότι όταν το διαβάζουν νιώθουν σαν να λαχανιάζουν. Αυτό θέλαμε να πετύχουμε. Να πούμε μια καθημερινή απλή ιστορία σε σύντομο χρόνο. Να συμπυκνώσουμε όλα αυτά τα χρόνια της ασφυξίας σε ένα μικρό κόμικ. Το λένε και οι στίχοι από το κομμάτι άλλωστε. Ζήσαμε πολλά ασταμάτητα και ζόρικα. Και ακόμη τα ζούμε. Πόλεμος, ακρίβεια, διαρκές αίσθημα ανασφάλειας. Θέλαμε ωστόσο στο τέλος του κόμικ να επέλθει η λύτρωση ως ένα σινιάλο κατανόησης σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που είδαν το πρόσωπό τους να αυλακώνεται από το άγχος και την πίεση.
● Στην ιστορία γίνεται λόγος για τη μετάβαση από την προβληματική βιολογική οικογένεια στην «οικογένεια του δρόμου». Θεωρείτε την αλληλεγγύη των «διπλανών» μας ως τη μοναδική λύση επιβίωσης σε μια απάνθρωπη εποχή;
Οσο και να ακούγεται τετριμμένο, οι φίλοι είναι η οικογένεια που διαλέγουμε. Και αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που καταπιάνεται το κόμικ. Πολλές φορές οι σχέσεις με οικογενειακά μας πρόσωπα δεν είναι όπως θέλουμε, χάνεται η επαφή και η κατανόηση ακόμη και από τους πολύ κοντινούς μας. Αντίθετα, βρίσκουμε στις ζωές μας ανθρώπους που μας δένουν κοινά βιώματα, δυσκολίες, και όντως αυτοί οι άνθρωποι γίνονται η «οικογένεια του δρόμου».
● Ενα κεντρικό θέμα του κόμικ είναι ο χρόνος που «σκοτώνει τους μαθητές του». Μπορεί τελικά η τέχνη να λειτουργήσει ως μια «μικρή ρωγμή ελπίδας» απέναντι στη φθορά της καθημερινότητας;
Νομίζω πως βοηθάει να ξαλαφρώσουμε αυτά που κουβαλάμε μέσα μας. Τουλάχιστον για μένα έτσι λειτουργεί. Ο χρόνος είναι μια πιεστική έννοια που πάντα στο τέλος μας σκοτώνει. Αν όμως τον αξιοποιήσουμε για να κάνουμε πράγματα που μας κάνουν να νιώσουμε καλύτερα, τότε φτιάχνουμε αυτές τις μικρές ρωγμές. Η διαχείριση του χρόνου είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο ειδικά στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες. Μας έχουν περάσει ως τρόπο ζωής να τρέχουμε συνεχώς για να επιτύχουμε στόχους, κάτι που είναι τρομερά στρεσογόνο, και εσχάτως να δουλεύουμε ατελείωτες ώρες για να επιβιώσουμε. Αυτό θέλει πολιτική δουλειά για να αλλάξει. Η τέχνη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μπορεί όμως να σου δείξει μια διαφορετική οπτική για τη ζωή και την καθημερινότητα. Να δώσει ένα ερέθισμα.
● Κλείνετε λέγοντας πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη από το να παραμένουμε άνθρωποι. Είναι αυτός ο τελικός στόχος της αφήγησης στις «Πολυκατοικίες»;
Ναι, όπως ήταν και στον «Νεκρό Χορό». Η καθημερινότητα στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής μάς πατάει κάτω. Μας αποκτηνώνει. Χάνουμε συνεχώς την ανθρωπιά μας.
Συνηθίσαμε μέχρι και τους πολέμους, την υπέρτατη μορφή αποκτήνωσης. Εικόνες νεκρών παιδιών. Στις «Πολυκατοικίες» προσπαθήσαμε να πούμε πως είναι ΟΚ να χαθείς, να κάνεις λάθη, να αποτύχεις, αλλά πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξαναβρείς το βάδισμά σου. Να επικοινωνήσεις τα ζόρια σου και τελικά να κατανοήσεις πως οι ατέλειες και οι αντιφάσεις είναι αυτές που σε κάνουν άνθρωπο.

«Ηταν πολύ διασκεδαστικό να σχεδιάζω μια στερεοτυπική “Κουτσομπόλα διαχειρίστρια”»
Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, σκιτσογράφος
● Πώς λειτούργησε η «χημεία» των δυο σας;
Τον Μανώλη τον γνώρισα τα τελευταία χρόνια μέσα από τη συνεργασία που είχαμε και οι δύο στις εκδόσεις «Μικρός Ηρως». Κάναμε παρέα συχνά και στα φεστιβάλ κόμικς και τα λέγαμε ωραία. Θεωρώ πως υπήρχε από νωρίς μια οικειότητα μεταξύ μας και αυτό βοήθησε πολύ στην επικοινωνία κατά τη δημιουργία του έργου. Μπορούσαμε να μιλάμε ανοιχτά, να εκφράζουμε τους προβληματισμούς μας και να ανταλλάσσουμε ιδέες, με στόχο να φτάσουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την ιστορία.
● Με ποιον τρόπο «κούμπωσαν» τα βιώματά σας;
Θαρρώ πως η οικονομική κρίση είναι κάτι που σημάδεψε τη γενιά μας και μας έφερε, σε μεγάλο βαθμό, σε κοινά βιώματα. Εγώ την έζησα έντονα μόλις τελείωσα το σχολείο, την περίοδο που έψαχνα δουλειά. Τότε βρέθηκα αντιμέτωπος με καταστάσεις απαξίωσης, μισθούς ξεφτίλας, εκμετάλλευση και μια γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον.
Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου μπορούν να ταυτιστούν με αυτό το συναίσθημα – με το άγχος, τις κρίσεις πανικού, τον κόμπο στο στομάχι που κουβαλάμε από τότε. Το δυσάρεστο είναι πως, στην ουσία, δεν έχουν αλλάξει και πολλά.
Οσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ότι δουλεύουμε όλο και περισσότερο, αλλά μένουμε συνεχώς στα ίδια.
● Ποιο είναι το αγαπημένο σας σκίτσο; Αυτό που εκφράζει περισσότερο εσάς τον ίδιο;
Είναι δύσκολο να διαλέξω, αλλά αν πρέπει, θα ξεχωρίσω τη σελίδα όπου γίνεται η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν – εκεί όπου φεύγει το χρώμα και ξεκινάει το τραγούδι. Είναι μια στιγμή που αλλάζει εντελώς η ατμόσφαιρα της αφήγησης. Αντε και τα σκίτσα στο ρεφρέν «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί», επειδή μου ήταν πολύ διασκεδαστικό να σχεδιάζω μια στερεοτυπική «Κουτσομπόλα διαχειρίστρια» με την υπερβολή της.
● Ποια είναι η θέση της 9ης τέχνης (των κόμικς) στην ελληνική κοινωνία;
Οπως κάθε μορφή τέχνης, για μένα τα κόμικς είναι πρώτα απ’ όλα ένας τρόπος επικοινωνίας – κυρίως μέσα από τα συναισθήματα. Η ανάγκη για έκφραση είναι από τα πιο βασικά πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους. Τα κόμικς, ειδικά, έχουν μια πολύ άμεση σχέση με το κοινό. Από τα σατιρικά στριπ που μπορεί κάποιος να διαβάσει σε μια εφημερίδα ή στο ίντερνετ μέχρι μεγαλύτερες αφηγήσεις που εξελίσσονται σαν μια κινηματογραφική ταινία στο χαρτί.
Είναι μια τέχνη που μπορεί να σχολιάσει την καθημερινότητα, να διαμορφώσει αντιλήψεις, αλλά και να πει ιστορίες με έναν πολύ άμεσο και προσιτό τρόπο. Μπορεί ταυτόχρονα να ψυχαγωγήσει, αλλά και να σε κάνει να σκεφτείς.
