ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Άρης Χατζηγεωργίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με δεδομένες τις τεράστιες εκκρεμότητες που συνεχίζουν να υπάρχουν για την οριστική κύρωση των Δασικών Χαρτών σε όλη την Ελλάδα, η κυβέρνηση διά του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας «κλείνει το μάτι» σε ιδιοκτήτες ακινήτων που μπορεί να έχουν δασικό χαρακτήρα και τους καλεί να προχωρήσουν σε πώληση ή αξιοποίησή τους, μέσω διάταξης σε νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.

Το νομοσχέδιο, που αποτελείται από 110 άρθρα, ασχολείται με πλήθος διευθετήσεων αρχικά σε ενεργειακά θέματα, καθώς εκκρεμεί η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας 2023/2413 και άλλων αποφάσεων για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ). Στο πλαίσιο αυτό, καθορίζονται Περιοχές Επιτάχυνσης, στις οποίες οι διαδικασίες αδειοδότησης για εγκατάσταση ΑΠΕ κάθε μορφής (π.χ. φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες) θα γίνονται γρηγορότερα.

Εξαιρούνται;

Ενα μεγάλο ερώτημα για τις Περιοχές Επιτάχυνσης αφορά την προστασία του περιβάλλοντος και ειδικά των περιοχών που είναι ενταγμένες στο Δίκτυο «Natura 2000». Γι’ αυτές, το νομοσχέδιο ορίζει αρχικά πως εξαιρούνται. Ομως σε άλλο σημείο φαίνεται να αφήνει κάποιο «παράθυρο» καθώς αναφέρει ότι «με απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατόπιν εισήγησης της Γενικής Γραμματείας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, η οποία προηγουμένως έχει εκπονήσει Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ορίζονται οι Περιοχές Επιτάχυνσης για σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), εφόσον δεν επέρχονται σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου «Natura 2000».

Αντιθέτως, στο μέρος του νομοσχεδίου που ασχολείται με τις «Δασικές Ρυθμίσεις», οι προθέσεις του νομοθέτη είναι σαφώς πιο ξεκάθαρες: «Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι: α) η διευκόλυνση των συναλλαγών των πολιτών για ακίνητα σε περιπτώσεις εκκρεμούς αναμόρφωσης του δασικού χάρτη», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία οριστικής κύρωσης των Δασικών Χαρτών παραμένει «κολλημένη» καθώς περίπου 470.000 αιτήματα αναμόρφωσης και αντιρρήσεις δεν έχουν εξεταστεί. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει μια οριστική απόφαση που να λέει εάν μια έκταση είναι δασική ή δεν είναι. Κατά συνέπεια, ο ιδιοκτήτης της όχι μόνο δεν ξέρει αν μπορεί να την αξιοποιήσει, αλλά κινδυνεύει να τη χάσει καθώς οι δασικές εκτάσεις διεκδικούνται αυτοδικαίως από το Δημόσιο με βάση παλαιότερους νόμους.

Δασικές εκτάσεις

Βέβαια, η παρούσα κυβέρνηση έχει πολλές φορές διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι το Δημόσιο δεν πρόκειται να διεκδικήσει την κυριότητα δασικών εκτάσεων. Τυπικά, όμως, για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρχει μια οριστική απόφαση αποχαρακτηρισμού.

Στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς διαβούλευση, πάντως, περιλαμβάνεται το άρθρο 95 με τίτλο «Προσάρτηση αποφάσεων Επιτροπών Εξετάσεων Αντιρρήσεων και αποφάσεων έγκρισης αναμόρφωσης χάρτη σε συμβόλαια». Το άρθρο αυτό τροποποιεί τον νόμο 3889 του 2010 και εξηγεί ουσιαστικά πώς μπορεί κάποιος να προχωρήσει σε πώληση ενός ακινήτου ενώ εκκρεμεί ο χαρακτηρισμός του ως δασικού ή μη. Για παράδειγμα, αναφέρει ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δεν χρειάζεται να περιμένει την έκδοση του ΦΕΚ με τον κυρωμένο δασικό χάρτη, αλλά μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συμβολαίου, προσαρτώντας εκεί αντίγραφο της απόφασης της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων μαζί με τοπογραφικό διάγραμμα και υπεύθυνη δήλωση του συντάκτη του ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο.

Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη διαδικασία δεν διασφαλίζει πλήρως την εγκυρότητα της πράξης αγοραπωλησίας και κυρίως τον αγοραστή ο οποίος αναλαμβάνει το ρίσκο να βρεθεί με ένα ακίνητο που θα υπάγεται σε αυστηρούς περιορισμούς.

Αυτό έχει αποδειχθεί σε πολλές περιπτώσεις καθώς μια κυβέρνηση μπορεί να νομοθετεί, αλλά οι νόμοι και ο τρόπος εφαρμογής τους κρίνεται στα δικαστήρια και ενίοτε ακυρώνονται.

Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η περίπτωση του Σαρακήνικου στη Μήλο όπου ιδιοκτήτης έκτασης έλαβε άδεια να κτίσει ξενοδοχείο σε περιοχή που βρισκόταν σε ασαφές καθεστώς προστασίας. Δεν ήταν δηλαδή σε δίκτυο Natura, αλλά είχε χαρακτηριστεί Καταφύγιο Αγριας Ζωής. Η άδεια, που τελικώς ακυρώθηκε, οδήγησε και σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία επέβαλε στην πολιτεία να ξεκαθαρίσει την ασάφεια – κάτι που επιχειρείται μέσω του άρθρου 98 του ίδιου νομοσχεδίου.

Στο άρθρο αυτό επεκτείνεται το καθεστώς του δικτύου Natura 2000 σε άλλες κατηγορίας προστασίας, όπως τα Εθνικά Πάρκα, τα Καταφύγια Αγριας Ζωής, τα Προστατευόμενα Τοπία, οι Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί, οι Ζώνες Απόλυτης Προστασίας της Φύσης, οι Ζώνες Προστασίας της Φύσης, οι Ζώνες Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών και οι Ζώνες Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων.

Δόμηση

Προφανώς, στην πράξη θα φανεί αν το καθεστώς προστασίας αυτών των περιοχών θα έχει πραγματικό περιεχόμενο αφού τα «παράθυρα» δεν λείπουν ποτέ. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι σε «Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων» και σε τμήματά της που «είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση». Δηλαδή να επιτραπεί η δόμηση.

Επιστρέφοντας στις «Δασικές Ρυθμίσεις», το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και μια σειρά από παρατάσεις προθεσμιών έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2027 για εγκαταστάσεις που βρίσκονται παρανόμως μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις και θα έπρεπε να έχουν απομακρυνθεί εάν τηρούνταν οι νόμοι. Στις εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται κτηνοτροφεία, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, αλλά και «ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις». Επίσης, περιλαμβάνονται χιονοδρομικά κέντρα, κατασκηνώσεις και ορειβατικά καταφύγια.

Αλλη διάταξη όχι μόνο ορίζει ως «νομίμως υφιστάμενα» τα κοιμητήρια που βρίσκονται σε δασικές εκτάσεις, αλλά επιτρέπει και την επέκτασή τους «εφόσον από ειδική μελέτη προκύπτει η αδυναμία εξασφάλισης κατάλληλου για τον σκοπό αυτόν άλλου χώρου και μετά από εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης, μελέτης γεωλογικής καταλληλότητας και υδρογεωτεχνικής μελέτης».