Oύτε η «θυσία» της διοίκησης του Οργανισμού Συγκοινωνιακού Εργου Θεσσαλονίκης (ΟΣΕΘ) έχει συμβάλει στην εκτόνωση της έντασης που δημιουργήθηκε μετά τα απανωτά περιστατικά λεωφορείων των ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης και Σερρών, που καίγονται λόγω βλαβών εν κινήσει και με επιβάτες, εκτελώντας κάποιο από τα περιαστικά δρομολόγια στον νομό Θεσσαλονίκης. Κόμματα, οργανώσεις και σωματεία βάλλουν μαζικά κατά της κυβέρνησης και του αν. υπουργού Μεταφορών Κωνσταντίνου Κυρανάκη, ο οποίος, με εξαίρεση την καρατόμηση της διοίκησης του ΟΣΕΘ, τίποτα άλλο δεν έκανε τις προηγούμενες μέρες.
Θα είχε επιπλέον ενδιαφέρον να πληροφορηθούμε την αντίδραση του υπουργείου στη χθεσινή αποκάλυψη της «Εφ.Συν.» (5.2.2026, «Η διοίκηση του ΟΣΕΘ καρατομήθηκε για να σβήσει η φωτιά… στα λεωφορεία των ΚΤΕΛ») ότι στο περιστατικό με το καμένο λεωφορείο της περασμένης Παρασκευής το όχημα δεν είχε περάσει καν ΚΤΕΟ.
Το ΚΚΕ σε ανακοίνωσή του αναφέρει ότι αποδεικνύεται «έγκλημα εν αναμονή η κατάσταση στον ΟΣΕΘ», καθώς «οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ εδώ και καιρό προειδοποιούσαν μέσω του σωματείου τους ότι η ελλιπής συντήρηση και ο απαρχαιωμένος στόλος οδηγεί σε σοβαρούς κινδύνους». Και γι’ αυτόν τον λόγο «η κυβέρνηση της Ν.Δ. και ο αναπληρωτής υπουργός κ. Κυρανάκης είναι πολλαπλά εκτεθειμένοι και δεν ξεπλένονται με “παραιτήσεις” για τα μάτια του κόσμου». Οπως σημειώνει το κόμμα, αποδεικνύεται ακόμη «ότι δεν ήταν τυχαία η προσπάθεια της εργοδοσίας των ΚΤΕΛ για διάλυση του σωματείου των εργαζόμενων, για αντικατάστασή του με εργοδοτικό». Ειδικά για τον υφυπουργό, τονίζει πως «ο αντικομμουνισμός του κ. Κυρανάκη είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στην προσπάθειά του να κρύψει την πλήρη αποτυχία μιας βαθιά αντιλαϊκής πολιτικής και στα ΜΜΜ».
Η Νέα Αριστερά
Σε ανακοίνωση της Νέας Αριστεράς Θεσσαλονίκης, αναφέρεται πως ισχύει το «Πάμε και όπου βγει… και με το λεωφορείο», διότι «δεν άλλαξε τίποτα» από τις 20 Φεβρουαρίου 2025, όταν η βουλευτής του κόμματος, Πέτη Πέρκα, κατέθετε ερώτηση στη Βουλή με αφορμή άλλο περιστατικό καμένου λεωφορείου. Ζητώντας την άμεση παρέμβαση της κυβέρνησης, η Νέα Αριστερά σημειώνει πως «τα λεωφορεία στην πλειοψηφία τους είναι μεταχειρισμένα και έχουν ήδη διανύσει εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν σημαντικές βλάβες ή και να αναφλέγονται», ενώ σημαντικό ζήτημα υπάρχει και στα εργασιακά θέματα του προσωπικού των ΚΤΕΛ, «καθώς οι οδηγοί εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο, τριών ή έξι μηνών».
Παρέμβαση στο ζήτημα έκανε και η παράταξη της ΔΑΣ στην Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδας (ΟΣΜΕ), θυμίζοντας ότι «είναι γνωστό ότι οι εταιρείες ΚΤΕΛ από τότε που ανέλαβαν εργολαβικά την εκτέλεση της αστικής συγκοινωνίας» δεν διαθέτουν «εγκαταστάσεις και προσωπικό που να μπορεί να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις συντήρησης των οχημάτων γιατί αυτό αποτελεί κόστος για αυτές».
Ελεγχοι της συμφοράς
Η ΔΑΣ ρωτά «πώς περνούν τον τεχνικό έλεγχο κάθε χρόνο αυτά τα λεωφορεία – όπως υποχρεούνται από τον νόμο» και σχολιάζοντας την κυβερνητική πολιτική, θυμίζει ότι «οι δηλώσεις του υπουργού των Τεμπών Κ. Καραμανλή το 2020 όταν εισήλθαν οι ιδιώτες των ΚΤΕΛ στις αστικές συγκοινωνίες ότι θα προσφέρουν “ποιοτικές και φθηνές συγκοινωνίες” είναι παρόμοιες με αυτές που δήλωνε ο ίδιος λίγες μέρες πριν τα Τέμπη ότι η κυβέρνηση “διασφάλιζε την ασφάλεια” των σιδηροδρόμων».
Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, και ως να μη συμβαίνει τίποτα, ο πρόεδρος των ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης, Στέφανος Τσώλης, το μόνο που είχε να δηλώσει σε ιστοσελίδα είναι ότι το Σωματείο Εργαζομένων στην Επιχείρηση ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης Α.Ε. (ΣΕΕΚΘ), που κάνει χρόνια τώρα τις καταγγελίες, «δεν εκφράζει το σύνολο των εργαζομένων στο ΚΤΕΛ». Σε απάντησή του το ΣΕΕΚΘ αναφέρει ότι «ουδέποτε ισχυρίστηκε πως εκπροσωπεί το σύνολο των εργαζομένων», αλλά «η συνδικαλιστική νομιμοποίηση και η δυνατότητα παρέμβασης ενός σωματείου σε ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων δεν εξαρτώνται από την εκπροσώπηση του συνόλου ή της πλειοψηφίας των εργαζομένων, αλλά από τη νόμιμη σύστασή του και τη βούληση των μελών του».
Το ΣΕΕΚΘ υπογραμμίζει πως «η απουσία δημόσιας τοποθέτησης (των ΚΤΕΛ) σε ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας γεννά εύλογα ερωτήματα» και «η πλήρης και αντικειμενική διερεύνηση των αιτίων του περιστατικού ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των καθ’ ύλην αρμόδιων ελεγκτικών και δικαστικών αρχών».
