Χρόνια και χρόνια τη συζητούσαμε την επέκταση του 6ου προβλήτα στο λιμάνι Θεσσαλονίκης και φαίνεται ότι… τη γλωσσοφάγαμε, σε σημείο που πάει να ισχύσει το «είναι κακό στην άμμο να χτίζεις… προβλήτες». Μάλλον όμως δεν πρόσεχαν και πολύ αυτοί που τη μελέτησαν. Διότι, ενώ ακόμη είμαστε στις πρόδρομες εργασίες, έχουν εντοπιστεί κενά και «αβλεψίες» στις μελέτες, ιδίως στο κομμάτι που αφορά τη μεταφορά άμμου ως υλικού για το απαραίτητο μπάζωμα. Η γνωστοποίηση ότι χρειάζονται 4 εκατομμύρια κυβικά άμμου που θα εξορυχθούν από την ειδυλλιακή θαλάσσια περιοχή της Επανομής στο ακρωτήρι Μύτικας, δίπλα στη λιμνοθάλασσα, περιοχή ευρύτερα γνωστή ως «Ναυάγιο», έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις και έφερε την υπόθεση στη Βουλή.

Το μέγεθος του προβλήματος αναδεικνύει ο Γιάννης Κρεστενίτης, oμότιμος καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής και Ωκεανογραφίας του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ. Διάβασε τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και εντόπισε μια σειρά από προβλήματα. Οπως εξηγεί συνοπτικά στην «Εφ.Συν.», «ο σχεδιασμός για την απόληψη αμμώδους υλικού από τη θαλάσσια περιοχή Επανομής, που είναι μια προστατευόμενη χερσαία και θαλάσσια περιοχή, στην οποία αναπτύσσονται και εκτεταμένα λιβάδια Ποσειδωνίας, θα προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις, ακτομηχανικές και περιβαλλοντικές, που δεν έχουν διερευνηθεί με την απαιτούμενη επιστημονικά επάρκεια».
Επιπλέον, «δεν έχει διερευνηθεί η δυνατότητα χρήσης για την επέκταση του 6ου προβλήτα των βυθοκορημάτων από την κατασκευή του νέου διαύλου προσέγγισης στο λιμάνι, κάτι που θα μείωνε την ποσότητα του επιπλέον αμμώδους υλικού που πρέπει να αναζητηθεί, αλλά και δεν θα χρειαζόταν τα βυθοκορήματα να απορριφθούν στον Θερμαϊκό, προκαλώντας επιπλέον περιβαλλοντικά προβλήματα». Σχολιάζοντας ειδικά τη διαδικασία της Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης για αυτή την τόσο σημαντική ακτομηχανική και περιβαλλοντική παρέμβαση, τονίζει ότι αυτή «περιορίζεται στις γνωμοδοτήσεις μόνον δύο-τριών υπηρεσιών και όχι από όλους τους συναρμόδιους φορείς, την Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, και δεν υπόκειται στη δημόσια διαβούλευση που απαιτεί μία ΜΠΕ!».
Οι παρατηρήσεις του κ. Κρεστενίτη κινητοποίησαν κάθε εμπλεκόμενο, με πρώτο τον Δήμο Θερμαϊκού στον οποίο υπάγεται η Επανομή, ενώ το θέμα έφεραν αφενός στη Βουλή η βουλεύτρια Κυριακή Μάλαμα, αφετέρου στο περιφερειακό συμβούλιο ο Γιάννης Μυλόπουλος. Ο δήμαρχος Θερμαϊκού, Θοδωρής Τζέκος, σε δηλώσεις του επισημαίνει την απουσία κάθε ενημέρωσης καθώς και ότι η μελέτη που έχει στα χέρια του ο δήμος δεν είναι Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αλλά Τεχνική Περιβαλλοντική Μελέτη. Δηλαδή δεν μελετά λεπτομερώς τις επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Σε ανακοίνωσή του ο δήμος σημειώνει πως η αμμοληψία «αφορά άμεσα το παράκτιο και θαλάσσιο περιβάλλον, την ισορροπία των ακτών, τη βιοποικιλότητα, καθώς και τις τοπικές κοινωνικές και παραγωγικές δραστηριότητες, όπως η αλιεία, ο τουρισμός και η αναψυχή. Η απόληψη αμμώδους υλικού δύναται να επιφέρει μεταβολές στη μορφολογία του βυθού, στη δυναμική των ρευμάτων και στη φυσική αναπλήρωση των ακτών, με πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες». Ενα πρόβλημα παραπάνω, ότι ο δήμος «δεν έχει ενημερωθεί ούτε θεσμικά ούτε ουσιαστικά για τον σχεδιασμό, το εύρος, το χρονοδιάγραμμα και τις περιβαλλοντικές παραμέτρους της εν λόγω δραστηριότητας». Κατόπιν τούτου ο δήμος επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί αναλυτικά και «ζητά άμεσα από τους αρμόδιους φορείς αναλυτική ενημέρωση για το θεσμικό πλαίσιο, τις εγκρίσεις που έχουν δοθεί, τα μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας που προβλέπονται και τους μηχανισμούς παρακολούθησης των επιπτώσεων».
Η αμμοληψία τέτοιων ποσοτήτων άμμου από τη θαλάσσια περιοχή, αναφέρει η βουλεύτρια Κυριακή Μάλαμα, «θα καταστρέψει για πάντα έναν τόπο μοναδικής φυσικής και περιβαλλοντικής αξίας για τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα. Η μελέτη προβλέπει ότι η λήψη θα γίνεται διά θαλάσσης με τεχνικά μέσα εξαιρετικά οχληρά για το φυσικό περιβάλλον, για τη βιοποικιλότητα και με αύξηση των κινδύνων έκθεσης σε φυσικά φαινόμενα». Με την ερώτησή της στη Βουλή ζητά από τους υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών και Εσωτερικών «να ακυρωθεί κάθε σκέψη για μεταφορά αμμώδους υλικού από την Επανομή για την κατασκευή του 6ου προβλήτα».
Με μια εξαντλητικά αναλυτική τεχνικά ανακοίνωση τριών πυκνογραμμένων σελίδων ο Γιάννης Μυλόπουλος ρωτά την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας «γιατί έχει επιλεγεί ως διαδικασία για την περιβαλλοντική τεκμηρίωση της νέας θέσης απόληψης του αμμώδους υλικού που απαιτείται για την επέκταση του 6ου προβλήτα η σύνταξη Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΤΕΠΕΜ) και όχι η σύνταξη μιας πλήρους Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που και περισσότερα στοιχεία απαιτεί, αλλά και είναι υποχρεωτικό να ακολουθήσει τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης και της δυνατότητας εισήγησης από όλους τους αρμόδιους φορείς».
Ερωτήματα
Στα μέχρι στιγμής δεδομένα η «Εφ.Συν.» προσθέτει σήμερα μερικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν: Το συγκεκριμένο υλικό είναι κατάλληλο για το έργο της επέκτασης χωρίς εμπλουτισμό; Η συγκεκριμένη αμμοληψία έχει να κάνει με τη μείωση του κόστους του εργολάβου (ΜΕΤΚΑ – ΤΕΚΑΛ) χωρίς εμφανές -τουλάχιστον- όφελος για τον ΟΛΘ, που όμως εξακολουθεί να έχει ευθύνη για τη σωστή υλοποίηση του έργου της επέκτασης; Ηταν σε γνώση του ΟΛΘ η επιλογή της εταιρείας-εργολάβου για την αμμοληψία από τη συγκεκριμένη περιοχή κατά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης ανάθεσης του έργου; Επηρεάζεται το κόστος κατασκευής της επέκτασης του 6ου προβλήτα με τη χρήση του συγκεκριμένου υλικού και, αν ναι, ποιος επωφελείται; Υπάρχει γνωμοδότηση του ανεξάρτητου μηχανικού για την καταλληλότητα του υλικού;
Η «Εφ.Συν.» απευθύνθηκε για μια πρώτη τοποθέτηση στην ΟΛΘ Α.Ε., αλλά η απάντηση που λάβαμε ήταν «ουδέν σχόλιον».
