ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Σαραντής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο κενό έπεσε η προσπάθεια φίμωσης της δημοσιογράφου Ελένης Ηλιοπούλου, δημιουργού και υπεύθυνης της ενημερωτικής φιλοζωικής ιστοσελίδας zοοsοs.gr, από τους ιδρυτές δύο φιλοκυβερνητικών ΜΚΟ με την επωνυμία «Zero Stray Pawject» έπειτα από την απόρριψη των ασφαλιστικών μέτρων που είχαν καταθέσει εναντίον της, για την κριτική που τους είχε ασκήσει, με τα οποία ζητούσαν τη διαγραφή πολλών ρεπορτάζ της και απαιτούσαν και χρηματική ποινή για κάθε φορά που θα τους αναφέρει εφόσον δεν συμμορφωθεί. Πρόκειται για μια σημαντική δικαστική απόφαση που κατοχυρώνει την ελευθερία του λόγου, καθώς αναγνωρίζει τεκμηριωμένα το δικαίωμα της δημοσιογραφικής κριτικής.

Ιδρυτές των δύο φορέων -όπως προκύπτει στην επίσημη ιστοσελίδα τους- είναι ο οικονομολόγος Θοδωρής Μουμτζίδης, συνιδρυτής και οικονομικός διευθυντής και της «Zero Stray Academy», και η σύζυγός του, επίσης οικονομολόγος, Σίλια Σίλλερ Μουμτζίδη, συνιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος και της «Zero Stray Academy», φίλοι και οι δύο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και κουμπάροι του.

Χρηματική ποινή

Οι δύο φορείς δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας μέσω της συγκεκριμένης «Ακαδημίας» που συστάθηκε το 2021, λειτουργώντας ως εκπαιδευτικός οργανισμός ο οποίος προσφέρει δωρεάν προγράμματα κατάρτισης για την εφαρμογή των νόμων για την προστασία των αδέσποτων ζώων σε δήμους, αξιωματικούς της Ελληνικής Αστυνομίας, δικαστικούς και εισαγγελείς. Η δε προνομιακή σχέση των δύο ΜΚΟ στην Ελλάδα με τα υπουργεία και άλλους φορείς του Δημοσίου προκύπτει και από τα μνημόνια συνεργασίας με την ΕΛ.ΑΣ. και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη («SLAPP κατά δημοσιογράφου από φιλοκυβερνητικές οργανώσεις», «Εφ.Συν.», 2/4/2025).

Οπως υποστήριζαν οι δύο φορείς, η δημοσιογράφος προέβη σε αναρτήσεις και σχόλια διά των οποίων ισχυρίζεται ψευδώς ότι τα μέλη του οργανισμού είναι φιλικά προσκείμενα στην ελληνική κυβέρνηση, τον πρωθυπουργό και έτερους αξιωματούχους της, με αποτέλεσμα, εκμεταλλευόμενα τις σχέσεις αυτές, να καρπώνονται δημόσιο χρήμα μέσω επιδοτήσεων και να το διασπαθίζουν με τρόπο απατηλό. Κι ακόμη, ότι οι εν λόγω αναρτήσεις και σχόλια πλήττουν τη γενική οικονομική και κοινωνική υπόσταση του οργανισμού και δημιουργούν κίνδυνο απώλειας της αξιοπιστίας του όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό.

Ζητούσαν λοιπόν να υποχρεωθεί η δημοσιογράφος να παύσει την εναντίον τους συκοφαντική δυσφήμηση ενώπιον τρίτων προσώπων, να υποχρεωθεί να προβεί σε άμεση κατάργηση και διαγραφή των επίμαχων δημοσιεύσεων στην ιστοσελίδα της και στο προσωπικό της προφίλ στο facebοοk, να υποχρεωθεί να αναρτήσει δημοσίευση αντίστοιχης έκτασης με επανορθωτικό και αποκαταστατικό περιεχόμενο της τιμής και της υπόληψής τους και να απειληθεί εις βάρος της χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε φορά που θα τους αναφέρει.

Ωστόσο, σύμφωνα με την απορριπτική των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, υπό τον δικαστή Δημήτριο Φανουργάκη, πρόεδρο Πρωτοδικών, «Οι εν λόγω αναφορές, πέραν του ότι στηρίζονταν στο αληθές γεγονός ότι αρκετά μέλη του οργανισμού τυγχάνουν στελέχη του πολιτικού κόμματος της κυβέρνησης, που κατείχαν ή εξακολουθούν να κατέχουν κυβερνητικά αξιώματα (νυν και πρώην γραμματείς του υπουργείου Εσωτερικών, πρώην επικεφαλής του οικονομικού γραφείου του πρωθυπουργού), σε κάθε περίπτωση εμπεριέχουν μια αξιολογική κρίση της δημοσιογράφου περί του ότι οι αιτούσες διάκεινται θετικά στην κυβέρνηση, κρίση που δεν θίγει την πίστη και την κοινωνικο-οικονομική υπόσταση των αιτουσών».

«Πεταμένα λεφτά»

Το δικαστήριο αξιολόγησε επίδικη ανάρτηση της Ελένης Ηλιοπούλου στην οποία ασκούσε κριτική στην υπόθεση της τράπεζας DNA. Ειδικότερα, η ανάρτηση ανέφερε: «Και το ερώτημα είναι ένα: ποιος κερδίζει από τα λεφτά του ελληνικού λαού που ξοδεύονται, αλλά όχι για το καλό των αδέσποτων ή της κοινωνίας; […] Γι’ αυτό και λέμε πεταμένα λεφτά τα 2 εκατομμύρια ευρώ για την τράπεζα DNA. Λέγανε σε 10 χρόνια θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα. Και στην πενταετία δεν λειτουργεί καν… Μας δουλεύουν κανονικά… Κάποιος μασάει δημόσιο χρήμα».

Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, «από το συνολικό περιεχόμενο της ανάρτησης και των σχολίων δεν αποδεικνύεται ότι η δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι οι αιτούσες λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση, αλλά αντιθέτως, προκύπτει ότι ο κεντρικός άξονας των δημοσιεύσεων αφορά στην κυβερνητική επιλογή για τη δαπάνη της τράπεζας DNA. Η δε αναφορά στην επίδικη ανάρτηση είναι διατυπωμένη υπό τη μορφή ερωτήματος και δεν εμπεριέχει διάδοση ή ισχυρισμό δυσφημιστικού γεγονότος».

«Σημειώνεται ότι ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι με τον τρόπο αυτό η δημοσιογράφος υιοθετεί, εμμέσως, ότι οι αιτούσες λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι καθαυτός δυσφημιστικός, αφού εκ του νόμου παρέχεται η δυνατότητα χρηματοδότησης ΜΚΟ. Δυσφημιστικό θα ήταν αν η συντάκτις ανέφερε ή υπαινισσόταν ότι οι αιτούσες λαμβάνουν παρανόμως κρατική χρηματοδότηση, την οποία σπαταλούν σε σκοπούς διαφορετικούς από τον σκοπό που ορίζεται στη συστατική τους πράξη.

»Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο των ανωτέρω αναφορών που εμπεριέχονται στις επίδικες αναρτήσεις εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και καθήκοντος του δημοσιογράφου να πληροφορήσει το αναγνωστικό κοινό για ζητήματα που αφορούν στα αδέσποτα ζώα και στον τρόπο διαχείρισης εκ μέρους της πολιτείας του δημόσιου χρήματος και δεν κατευθυνόταν ειδικώς στην προσβολή της προσωπικότητας αιτουσών ούτε ενείχε σκοπό εξύβρισής τους», αναφέρεται στην απόφαση.

«Θεμιτή κριτική»

Και διευκρινίζεται ότι αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στις αναρτήσεις της δημοσιογράφου περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισμοί-αξιολογικές κρίσεις για τους ιδρυτές των δύο οργανώσεων, όπως ότι είναι «κολλητοί της κυβέρνησης», «προσφέρετε υπηρεσίες για το καλό της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας» διότι αυτοί, όπως διατυπώθηκαν, αποτελούν εκδήλωση επιτρεπτής δημοσιογραφικής κριτικής.

«Η δε διατύπωσή τους έγινε με τρόπο ο οποίος δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη και πέραν των επιτρεπόμενων ορίων δημοσιογραφικής δεοντολογίας προσπάθεια προσβολής των αιτουσών και σε κάθε περίπτωση εμπεριέχει ως προς το ζήτημα ότι νυν και πρώην στελέχη του κόμματος της κυβέρνησης είναι μέλη των αιτουσών, μια πραγματική και αληθινή βάση και αποβλέπει στην άσκηση θεμιτής και έστω οξείας κριτικής σε πρόσωπα που διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα και όχι στο να προσβάλει ή να δυσφημήσει αδικαιολόγητα τις αιτούσες», καταλήγει η δικαστική απόφαση.

Δεδομένου ότι κατά της δημοσιογράφου εκκρεμεί και η εκδίκαση μήνυσης για συκοφαντική δυσφήμηση από τις δύο φιλοκυβερνητικές οργανώσεις, η υπόθεση έχει όλα τα χαρακτηριστικά των αγωγών SLAPP (στρατηγικές αγωγές κατά της συμμετοχής του κοινού) και έρχεται να προστεθεί στις δεκάδες ανάλογες που έχουν κατατεθεί τα τελευταία χρόνια από κάποιο ισχυρό πρόσωπο ή οργανισμό τόσο κατά δημοσιογράφων όσο και κατά πολιτών.