ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα ξημερώματα της Τετάρτης, 10 Απριλίου, λίγο μετά τις έξι, ο Ανισούρ Ραχμάν –για άλλους 19 ετών, για άλλους 24–, μετανάστης από το Μπανγκλαντές στη Λεμεσό της Κύπρου, πρέπει να πετάχτηκε απότομα στον ύπνο του από δυνατά χτυπήματα στην πόρτα, φωνές και κραυγές. Πρέπει να σηκώθηκε με τα ρούχα που κοιμόταν, ένα ανοιχτόχρωμο γαλαζωπό T-shirt και ένα καρό σαρόνγκ. Ισως πρόλαβε να δει την πόρτα του δωματίου του να σπάει και να εισβάλλουν στο δωμάτιο άντρες με πολιτικά. Ισως κατάλαβε πως ήταν αστυνομικοί, ίσως όχι. Το σίγουρο είναι ότι λίγα λεπτά ή λίγα δευτερόλεπτα αφού πετάχτηκε απότομα στον ύπνο του, σκαρφάλωσε στο παράθυρο του υπνοδωματίου του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου και βούτηξε στο κενό. Επεσε πιθανότατα με το κεφάλι στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και βρήκε ακαριαίο θάνατο.

Ενας άλλος συγκάτοικος, κι αυτός από το Μπανγκλαντές, ο Φαχάντ Χοσάιν, 23 ετών, ο οποίος πιθανότατα κοιμόταν στο δεύτερο υπνοδωμάτιο ή στο σαλόνι, ενώ βρίσκονταν στον χώρο οι αστυνομικοί βγήκε στο μπαλκόνι για να διαφύγει με αποτέλεσμα να πέσει και να τραυματιστεί σοβαρά. Δέκα μετανάστες συνελήφθησαν σ’ εκείνη την επιχείρηση. Από εκείνο το ξημέρωμα κρατούνται στη Λεμεσό, σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, χωρίς να έχει επιτραπεί σε δικηγόρους, οργανώσεις και συγγενείς να τους επισκεφτούν. Παραμένει αδιευκρίνιστο αν υπήρξαν άλλοι πιο τυχεροί, που κατάφεραν να διαφύγουν την ώρα της βίαιης αστυνομικής εισβολής.

Σήμερα, περισσότερες από 45 μέρες μετά τα τραγικά γεγονότα, παραμένουν πολύ σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο που πραγματοποίησε την επιχείρηση η αστυνομία, ενώ έχουν προστεθεί νέα σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο που μεταχειρίζεται τους κατεξοχήν αυτόπτες μάρτυρες, τους συγκάτοικους του νεκρού, όπως και για τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις οργανώσεις και τους αλληλέγγυους που ζητούν δικαιοσύνη.

Από την πρώτη στιγμή, η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι δεν απαιτείται δικαστικό ένταλμα, καθώς πρόκειται για τυπική διαδικασία ελέγχου και καταγραφής που μοιάζει με την απογραφή πληθυσμού – μια σύγκριση που ακούγεται τουλάχιστον προκλητική στη σκιά της τραγικής κατάληξης της αστυνομικής επιχείρησης. «Επισκέπτονται το διαμέρισμα και με τη συγκατάθεση των ενοίκων κάνουν καταγραφή. […] Είναι όπως στην καταγραφή πληθυσμού», είπε ο εκπρόσωπος Τύπου του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Λεμεσού, Λευτέρης Κυριάκου, από τον τόπο της μοιραίας επιχείρησης.

Ο υποδιοικητής Επιχειρήσεων της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, Πέτρος Ζένιου, μιλώντας στον κυπριακό τηλεοπτικό σταθμό omega υποστήριξε μάλιστα ότι σε αυτές τις περιπτώσεις «δίδεται και γραπτή συγκατάθεση» των κατοίκων στους αστυνομικούς για να εισέλθουν. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι ο Φαχάντ πήδηξε από το μπαλκόνι «πριν καν εισέλθουν στο διαμέρισμα» οι αστυνομικοί.

Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται ο υποδιοικητής, ο Ανισούρ και ο Φαχάντ πρώτα υπέγραψαν γραπτή συγκατάθεση και την έδωσαν στους αστυνομικούς που περίμεναν στην είσοδο και στη συνέχεια επέστρεψαν στο διαμέρισμα και πήδηξαν ο ένας από το μπαλκόνι και ο άλλος από το παράθυρο του υπνοδωματίου για να διαφύγουν από τους αστυνομικούς, στους οποίους είχαν μόλις δώσει συγκατάθεση.

«Ηταν μια παράνομη επιχείρηση», λέει στην «Εφ.Συν.» ο Δώρος Πολυκάρπου από την Κίνηση Ισότητας Στήριξης Αντιρατσισμού (ΚΙΣΑ). «Δεν μπορεί η αστυνομία να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους ως τους πλέον επικίνδυνους κακοποιούς για ένα διοικητικό παράπτωμα, μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν καθεστώς νόμιμης παραμονής. Με βάση τις μαρτυρίες των ανθρώπων που βρίσκονταν στο διαμέρισμα, ούτε καν τους ζήτησαν να τους δείξουν χαρτιά, άρχισαν αμέσως τις συλλήψεις. Οσες πόρτες υπνοδωματίων ήταν κλειδωμένες, τις έσπασαν», λέει, περιγράφοντας ένα χαώδες σκηνικό έντασης και πανικού. Μιλά μάλιστα για παρουσία περισσότερων από έξι αστυνομικών, ενώ η αστυνομία κάνει λόγο μόνο για δύο.

Ανακοίνωση της αστυνομίας (14/4) ισχυρίζεται ότι «από τις καταθέσεις δεν προκύπτει οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να αφορά παραβίαση της εισόδου του διαμερίσματος ή άσκηση βίας από μέλη της αστυνομίας». Ωστόσο, βίντεο αλληλέγγυου που αναρτήθηκε από το omegalive στο Χ δείχνει την πόρτα του Ανισούρ σπασμένη, με βγαλμένη την κλειδαριά.

Τα ερωτήματα για τη στάση της αστυνομίας δεν αφορούν μόνο το τραγικό περιστατικό εκείνης της ημέρας, αλλά και τις επόμενες κινήσεις της μέχρι σήμερα. Από την πρώτη στιγμή, η ΚΙΣΑ υπέβαλε, όπως απαιτεί από τις οργανώσεις ο νόμος, γραπτό αίτημα στον αρχηγό της κυπριακής αστυνομίας να επισκεφτεί τους συλληφθέντες μετανάστες. Η συνήθης πρακτική μέχρι τότε ήταν να απαντά ο αρχηγός μέσα σε τέσσερις ημέρες το αργότερο, διάστημα που θεωρείται ήδη υπερβολικά μεγάλο. Αλλά αυτή τη φορά έχουν περάσει περισσότερες από 45 ημέρες και ο αρχηγός δεν έχει απαντήσει. «Τη μια φορά μάς είπαν ότι ήταν Σαββατοκύριακο και είχε σχολάσει. Την άλλη, ότι είχε δουλειά στο εξωτερικό. Η αστυνομία δηλαδή λέει επίσημα ότι ο αρχηγός της δεν βρήκε τον χρόνο να απαντήσει σε κάτι που αποτελεί με βάση τον νόμο υποχρέωσή του. Εχει δικαίωμα να απαντήσει αιτιολογημένα ότι δεν επιτρέπει την επίσκεψη. Δεν έχει όμως δικαίωμα να μην απαντήσει», λέει ο κ. Πολυκάρπου.

Προσθέτει ότι, όταν η οργάνωση ζήτησε να επισκεφτεί τον τραυματία Φαχάντ στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν φρουρούμενος, η αστυνομία την παρέπεμψε στον υπεύθυνο επιχειρήσεων. «Κακώς παραπέμπει η αστυνομία μια οργάνωση στον υπεύθυνο που έκανε την επιχείρηση για να ζητήσει άδεια να δει τον παραπονούμενο απ’ αυτή την επιχείρηση. Ομως δεν είχαμε άλλη επιλογή. Του ζητήσαμε να μας πει με ποια νομική βάση κρατείται στο νοσοκομείο. Η απάντηση ήταν μια έμμεση απειλή να προσέχουμε γιατί με τη συμπεριφορά μας μπορεί να υποστούμε εμείς διώξεις», σημειώνει ο κ. Πολυκάρπου.

Υπογραμμίζει ότι οι μετανάστες που έμεναν στο διαμέρισμα αποτελούν κρίσιμους μάρτυρες για τη διερεύνηση της υπόθεσης και είναι απαράδεκτο να κρατούνται διοικητικά και μάλιστα σε κρατητήρια αστυνομικού τμήματος μη εγκεκριμένα για μακροχρόνια κράτηση ή για κράτηση μεταναστών. Σημειώνει πως βρίσκονται σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, είναι απελπισμένοι, δεν έχουν βρει δικηγόρο, δεν επέτρεψαν σε οργανώσεις και σε συγγενείς να πάνε να τους δουν. «Η αστυνομία χρησιμοποιεί την κράτηση για να πετύχει να κάνουν οι κρατούμενοι τάχα αυτοβούλως αυτό που δεν μπορεί η ίδια να τους αναγκάσει να κάνουν, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με κάποιο πρόγραμμα εθελούσιας επιδοτούμενης επιστροφής», λέει.

Φαίνεται πως το σχέδιο λειτουργεί. Οι κρατούμενοι, η αίτηση ασύλου των οποίων είχε απορριφθεί, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να υποβάλουν εκ νέου αίτηση με βάση το γεγονός ότι είναι κρίσιμοι μάρτυρες στον θάνατο και τον τραυματισμό των συγκατοίκων τους, σύμφωνα με την Κορίνα Δρουσιώτου, συντονίστρια του Κυπριακού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες. Φαίνεται πως το μόνο που θέλουν πια οι κρατούμενοι είναι να γυρίσουν στη χώρα τους, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστή η ύπαρξη εξουσιοδότησης από τους συγγενείς του νεκρού ή του τραυματία για να κινηθεί ποινικά η υπόθεση.

Στις 18 Απριλίου, οκτώ μέρες μετά τη μοιραία αστυνομική επιχείρηση, ύστερα από πιέσεις οργανώσεων και αλληλέγγυων και ενώ το θέμα είχε πάρει διαστάσεις στα μέσα ενημέρωσης, η Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας έκανε δεκτό το αίτημα ενδιαφερομένων για διερεύνηση της υπόθεσης και διόρισε δύο πειθαρχικούς/ποινικούς ανακριτές για τον σκοπό αυτό. Οι ανεξάρτητοι ανακριτές αναμένεται να ολοκληρώσουν την έκθεσή τους για τα περιστατικά και να την υποβάλουν στην ανεξάρτητη αρχή, που αποτελείται από τρία μέλη, το ένα πρώην δικαστής του ΕΔΔΑ. Η τριμελής επιτροπή θα αξιολογήσει την έκθεση και θα εισηγηθεί τα ανάλογα μέτρα στον γενικό εισαγγελέα, ο οποίος έχει απόλυτη δικαιοδοσία να αποφασίσει τη συνέχεια.