Η αλήθεια είναι ότι ο Κάρολος Μαρξ θα προτιμούσε να μην τον είχε κάνει γαμπρό του, ο έρως ωστόσο είχε άλλες βουλές κι έτσι ο «Μαυριτανός» δεν μπόρεσε να αποτρέψει το μοιραίο. Παρόλο που δεν τύγχανε της πατρικής έγκρισης, ο Πολ Λαφάργκ υπήρξε σπουδαίος στοχαστής – αρκεί μονάχα να διαβάσει κανείς το εμβληματικό «Δικαίωμα στην τεμπελιά» και την από τα αριστερά κριτική στο «δικαίωμα στην εργασία», τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του για τη φετιχοποίηση της δουλειάς και για το πώς η τεχνολογική πρόοδος δεν αξιοποιείται για να απελευθερωθεί ο χρόνος των εργατών.
«Εργαστείτε, εργαστείτε προλετάριοι, για να αυξήσετε τον κοινωνικό πλούτο και τις ατομικές σας δυστυχίες, εργαστείτε, εργαστείτε για να γίνετε φτωχότεροι και να έχετε έτσι περισσότερους λόγους να εργαστείτε και να δυστυχείτε. Αυτός είναι ο αμείλικτος νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής», έγραφε ο Λαφάργκ το 1880.
Χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλά χρόνια μέχρι το άρθρο 24 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα να ορίσει πως «Καθένας έχει το δικαίωμα στην ανάπαυση, σε ελεύθερο χρόνο και ιδιαίτερα σε λογικό περιορισμό του χρόνου εργασίας και σε περιοδικές άδειες με πλήρεις αποδοχές». Κι άλλα –πολλά περισσότερα– ώστε ο νεοφιλελευθερισμός να κυριαρχήσει τόσο ώστε οι εργαζόμενοι να μην μπορούν να πληρώσουν ούτε ελάχιστες ημέρες διακοπών.
Δύο στους δέκα (19,5%) εργαζόμενους στην Ευρώπη –δηλαδή 38 εκατομμύρια άτομα– δεν μπορούν να σηκώσουν οικονομικά ούτε μία εβδομάδα μακριά από το σπίτι, σύμφωνα με τη Eurostat, ενώ η ανάλυση των δεδομένων που έκανε η Συνομοσπονδία των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων δείχνει ότι μετά τη Ρουμανία (43%), στην Ελλάδα εντοπίζονται οι περισσότεροι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τις διακοπές (37%).
Ετσι, το δικαίωμα στην ανάπαυση που κατακτήθηκε με σκληρούς εργατικούς αγώνες, κατάντησε προνόμιο για λίγους. Ωστόσο, ακόμα κι αυτοί οι έξι στους δέκα που πήγαν ή θα πάνε διακοπές δεν περνάνε ζωή χαρισάμενη. Σύμφωνα με το το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), ακόμη κι αυτοί που θα πάνε διακοπές δηλώνουν σε σημαντικό ποσοστό (1 στους 3) πως θα ξοδέψουν λιγότερα χρήματα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Πώς είναι οι διακοπές με σφιγμένο το ζωνάρι; Ενοχικές και πιεσμένες – αυτές οι δυο λέξεις θα συνόψιζαν όσα μας είπαν εργαζόμενοι που ξέκλεψαν λίγες μέρες μακριά από το σπίτι τους.
Με αντίσκηνο
Η Κλειώ είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Λάτρης των Κυκλάδων, είχε να δει το ιδιαίτερο φως των νησιών κάμποσα χρόνια. Την ώρα που μιλήσαμε, ωστόσο, περίμενε το καραβάκι που θα την πήγαινε από τη Νάξο στην Κίμωλο. «Μοιάζει λίγο με τραγική ειρωνεία, αλλά καταφέραμε να κάνουμε αυτό το ταξίδι επειδή ασθένησα σοβαρά κι έτσι ο συνοδός μου κι εγώ έχουμε έκπτωση 50% στα εισιτήρια».
Για να μείνουν 5 μέρες με τη σκηνή τους στο νησί χρειάστηκε τις προηγούμενες 15 να τις περάσουν με τα δυο τους παιδιά όχι απλώς σε κάμπινγκ, αλλά και κοντά στο πατρικό της στην Πρέβεζα. «Δούλεψε ταπεράκι από τη μανούλα, δούλεψε πολύ μίνι μάρκετ και… δεν δούλεψε τίποτα άλλο», λέει γελώντας η Κλειώ αν και δεν ξέρει για τι να πρωτονιώσει άσχημα: γιατί ξεπέρασαν το μπάτζετ των διακοπών ώστε ο γιος τους να τρώει στο ένα και μοναδικό γεύμα της ημέρας τουλάχιστον ό,τι φαγητό ήθελε ή γιατί έτσι κι αλλιώς του στέρησε όλες τις άλλες μέχρι πέρσι αυτονόητες λιχουδιές, αφού ένα μπέργκερ ή ένα κλαμπ στο κάμπινγκ κόστιζε 9 ευρώ, ένα παγωτό 3,20 κι ένα παγωμένο τσάι 4;
Η Αδριάννα «ακόμα παραμιλάει». Κάθε χρόνο όλο και λιγοστεύουν οι μέρες που εκείνη κι ο 8χρονος Παύλος μπορούν να περάσουν δίπλα στη θάλασσα. Πρόπερσι ήταν δυο εβδομάδες, πέρσι 10 μέρες και φέτος μόλις πέντε. «Επέλεξα το Αγκίστρι γιατί είναι πολύ χαμηλά τα ακτοπλοϊκά και δεν χρειάζεται αυτοκίνητο. Το οικονομικότερο που βρήκα ήταν ένα δωμάτιο με τα απολύτως βασικά για… 120 ευρώ τη μέρα!».
Ετσι, αναγκαστικά όχι μόνο περιόρισε τα γεύματα στο βραδινό, αλλά έκοψε κι άλλα πράγματα, όπως π.χ. μια ποδηλατάδα με τον μικρό ή έναν καφέ στην ακρογιαλιά για την ίδια. «Οταν έχεις μικρό παιδί, η ξαπλώστρα είναι απαραίτητη – ε, λοιπόν, είχε 10 ευρώ το σετ! Ετσι, κι ας με κοίταζαν στραβά, έφτιαχνα καφέ από το δωμάτιο, αφού στο νησί ακόμα και το γάλα του μικρού ήταν πιο ακριβό από την Αθήνα».
Σπαρτιάτικες διακοπές σε ένα από τα πιο ακριβά πια νησιά των Κυκλάδων έκανε η Μαίρη. Στα Κουφονήσια το οικονομικότερο δωμάτιο που μπόρεσε να βρει έφτανε τα 150 ευρώ τη βραδιά, ενώ κάθε γεύμα δεν έβγαινε κάτω από τα 40 ευρώ το άτομο –κι αυτό χωρίς αλκοόλ– ενώ ένα ποτό σε μπαρ ήταν στα 15 ευρώ! Ετσι, με τη φίλη της είχαν ψυγειάκι για τα αναψυκτικά και τα ποτά τους πλάι στο κύμα, έτρωγαν πρόχειρα από τον τοπικό φούρνο, ενώ το πρωινό που προσέφερε το ξενοδοχείο που έμεναν τροφοδοτούσε και τις ανάγκες σε σνακ μέσα στη μέρα.
«Πήγαμε επίσης άλλες 5 μέρες με τη μαμά και τον αδελφό μου στη Μάνη – εκεί ήταν πολύ πολύ καλύτερα από πλευράς τιμών, αλλά μαζέψαμε ό,τι μαζευόταν. Ας πούμε, μπήκαμε στο κίνημα για ελεύθερες παραλίες από μόνοι μας την πρώτη μέρα που διαβάσαμε για αυτό στην εφημερίδα. Είπαμε “Γιατί πληρώνουμε σαν κορόιδα επί τόσο χρόνια για κάτι που η φύση μάς παρέχει δωρεάν;”».
Το κίνημα που γεννήθηκε φέτος το καλοκαίρι στην Πάρο φαίνεται πως κατάφερε να θέσει πολύ περισσότερα ερωτήματα από το καθεστώς στις παραλίες – ερωτήματα για το σημαίνει δημόσιος χώρος, αλλά και εμπορευματοποίηση όχι μόνο του ελεύθερου χρόνου, αλλά ακόμα κι αυτού του ίδιου του πολιτισμικού κεφαλαίου που κουβαλάει κάθε τόπος.
Οπως ας πούμε μια μικρή παραλία στη μέση ενός υπέροχου πουθενά, κάποια χιλιόμετρα μακριά από τη Νεάπολη στην Κρήτη. Εκεί παραθερίζει εδώ και δεκαετίες η οικογένεια της Αγγελικής. «Φέτος πήγαμε και βρήκαμε ξαπλώστρες-κρεβάτια στα 15 ευρώ – τι διάολο δουλειά έχουν αυτά σε ένα ψαροχώρι; Οι περισσότεροι ντόπιοι το σνομπάρουμε συνειδητά, όπως και φέτος δεν πηγαίνουμε πια για φαγητό στα γύρω χωριά.
»Δεν μπορεί για τα ίδια μεζεδάκια που πριν από δυο χρόνια μου ζητούσες 10 ευρώ, να φτάνεις φέτος τα 20 – για αυτό βλέπεις πολύ λιγότερο κόσμο στις ταβέρνες ακόμα και τώρα που είμαστε στο πικ της σεζόν ή βρίσκεις τραπέζι σε ξακουστά μέρη που πέρσι π.χ. χρειαζόσουν κράτηση. Οπως φέτος είδαμε και μεγάλη διαφορά στα πανηγύρια – παρόλο που είχε παντού πάρα πολύ κόσμο, όλοι κατανάλωναν λιγότερο και καλά έκαναν. Στο πανηγύρι του χωριού μου η βότκα 70 ευρώ το μπουκάλι; Πού είμαστε, ρε παιδιά; στην Ιμπιζα;».
Ακραίες πιέσεις
Οι ακραίες πιέσεις που βιώνουν τα νοικοκυριά με τον πληθωρισμό να μην υποχωρεί, τη βενζίνη να τραβάει την ανηφόρα και τον χειμώνα να προμηνύεται σκληρός αλλάζουν τις συνήθειες όλων ακόμα και σε αυτές τις ελάχιστες πια ημέρες των διακοπών. Ο Γιώργος είναι ιδιοκτήτης μιας από τις ξακουστές ταβέρνες στα περίχωρα του Πύργου – πέρσι τέτοιες μέρες στο μαγαζί του δεν έπεφτε καρφίτσα, φέτος το να βρεθεί τραπέζι ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο δεν ήταν πια μια τόσο δύσκολη αποστολή.
«Εχουμε δουλέψει ελάχιστα φέτος, παρόλο που ο νομός μοιάζει να έχει κόσμο. Δεν βγαίνουν οι άνθρωποι, “δεν βγαίνουμε” κι εμείς ωστόσο», λέει τονίζοντας ότι έχει κάνει αγώνα για να μη φύγουν προς τα πάνω οι τιμές του. «Σκέψου ότι φέτος πουλάμε 180-200 μπουκάλια νερό κάθε βράδυ, μιλάμε για ρεκόρ! Ερχεται ο άλλος στην ταβέρνα και σκέφτεται πια ακόμα και το κρασάκι που θα πιει.
»Στα περισσότερα στρωσίματα η παραγγελία για 4 άτομα είναι μια σαλάτα, μια τυροκαυτερή, μια πατάτες κι ένα κιλό γουρνοπούλα. Πάνε οι εποχές που πεταγόταν ο ένας κι έλεγε βάλε μια κολοκυθάκια, ζήταγε ο άλλος μια τυρόπιτα κι έβαζαν κι ένα κιλό παϊδάκια έτσι για τη νοστιμιά. Κατάντησε και το φαΐ στην ταβέρνα πολυτέλεια…».
