H αστυνομία στην Ελλάδα απασχολεί συχνά-πυκνά τη δημοσιογραφική έρευνα, αφού εκφεύγει των ορίων σε ένα συνεχές βίας που, όπως διεθνείς οργανισμοί έχουν τεκμηριώσει, αποτελεί πλέον εγγενές χαρακτηριστικό της. Ωστόσο, αν και από επιστημονικές έρευνες γνωρίζουμε τις στάσεις και τις αντιλήψεις των πολιτών για τον θεσμό, σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε ποια είναι η αντίληψη που έχουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους και τη δράση τους.
Αυτό το μεγάλο επιστημονικό κενό -που όπως θα δούμε στη συνέχεια μόνο τυχαίο δεν είναι- έρχεται να καλύψει εν μέρει η «Ερευνα ανίχνευσης των αξιών, των προτύπων συμπεριφοράς και των αναγκών του Ελληνα και της Ελληνίδας αστυνομικού», που συνυπογράφουν το Πάντειο και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, από κοινού με τη Δράση Αστυνομικών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (το σωματείο που από το 2018 έχει θέσει ως στόχο την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την κατάργηση των διακρίσεων, τη διασφάλιση της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης και την καταπολέμηση του ρατσισμού). Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό, όπου τέτοιες έρευνες είναι εκ των ων ουκ άνευ εργαλεία για τη χάραξη πολιτικών σε σχέση με την αστυνομία και την αστυνόμευση, στην Ελλάδα -με μοναδική ίσως εξαίρεση την ποσοτική έρευνα της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης (2022)- για να βρει κάποιος ανάλογες έρευνες πρέπει να ανατρέξει στις αρχές του 2000.
Παρ’ όλο που οι ερευνητές ζήτησαν τη συνδρομή του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εν τέλει η έρευνα έγινε σε δείγμα 490 αστυνομικών μόνο μέσω του δικτύου επαφών του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου και της Δράσης Αστυνομικών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου – κάτι που, όπως σημειώνουν οι επιστήμονες, «αποτελεί από μόνο του εύρημα καθώς επιβεβαιώνει τις σοβαρές δυσκολίες υλοποίησης τέτοιου είδους ερευνητικών εγχειρημάτων».
Το ερωτηματολόγιο, που διανεμήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2022, περιείχε 21 ερωτήσεις για τη διερεύνηση των αντιλήψεων των αστυνομικών σε σχέση με την εικόνα τους, την εικόνα του Σώματος, τον ρόλο του, τη συμπεριφορά των ενστόλων σε ειδικές συνθήκες, τις σχέσεις στο εσωτερικό του Σώματος, τις γενικές τοποθετήσεις των αστυνομικών επί κοινωνικών ζητημάτων και 8 ερωτήσεις δημογραφικού χαρακτήρα.
Παρ’ όλο που το δείγμα είναι σημαντικό σε μέγεθος, επιτρέποντας την εξαγωγή συμπερασμάτων με ένα ικανοποιητικό εύρος ασφάλειας, ωστόσο, επειδή υποεκπροσωπούνται οι χαμηλόβαθμοι αστυνομικοί και οι αστυνομικοί ομάδων όπως η ΔΙΑΣ, τα ΜΑΤ και η Αμεση Δράση, δεν δίνει τη δυνατότητα να εξαγάγει κάποιος γενικά συμπεράσματα. Είναι ωστόσο μια πολύτιμη και σπάνια εικόνα ώστε να δούμε πώς ένα -έστω- μέρος των ενστόλων αντιλαμβάνεται εαυτούς και την πραγματικότητα εντός της οποίας λειτουργεί.
Τα ευρήματα
Για ποιους λόγους αγαπούν το επάγγελμά τους; Οι αστυνομικοί του δείγματος σταχυολογούν πρώτα την προσφορά στο κοινωνικό σύνολο (98%), τέσσερις στους πέντε επιλέγουν την ομαδικότητα στην εργασία, ενώ στα ίδια επίπεδα κινείται και η επιλογή «Μου αρέσει να έχω την ευθύνη των αποφάσεων όταν ασκώ τα καθήκοντά μου». Εξίσου συχνά επιλέγεται ως αιτιολόγηση της αγάπης τους για το επάγγελμα η εφαρμογή των κανόνων (2/3 του δείγματος).
Ποιοι παράγοντες αποτελούν τροχοπέδη για την άσκηση του επαγγέλματός τους; Οι αστυνομικοί προτάσσουν την έλλειψη επιχειρησιακού σχεδιασμού (μόνο 1 στους 10 δεν το θεωρεί πρόβλημα), τα αρνητικά σχόλια του κόσμου για την αστυνομία (άνω του 70%) και την απραξία στο γραφείο (λίγο χαμηλότερα από το 70%). Επίσης, το ωράριο εργασίας (41%).
Πάνω από τους μισούς αστυνομικούς (55%) αντιλαμβάνονται το επάγγελμά τους ως μηχανισμό επιβολής και προστασίας, ενώ μια σημαντική μερίδα (39%) των ερωτηθέντων θεωρεί πως το αστυνομικό επάγγελμα αποτελεί αποκλειστικά μηχανισμό προστασίας. Μόνο 6% αντιλαμβάνεται το αστυνομικό επάγγελμα ως αποκλειστικά μηχανισμό επιβολής. Ευτυχώς, οι αστυνομικοί κατανοούν τουλάχιστον πως οι πολίτες αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο το αστυνομικό επάγγελμα, γι’ αυτό και περίπου τα 2/3 των ερωτηθέντων εκτιμούν ότι για τους πολίτες το αστυνομικό επάγγελμα είναι κυρίως μηχανισμός επιβολής. Επιπρόσθετα, λίγο λιγότεροι από τους μισούς (46%) αντιλαμβάνονται το επάγγελμά τους ως κάτι που τους γεμίζει με υπερηφάνεια, ενώ μια σημαντική μερίδα των ερωτηθέντων (40%) δηλώνει πως το επάγγελμά τους δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα, άλλοτε περισσότερο υπερηφάνεια και άλλοτε ντροπή.
Πώς σχετίζονται με τους πολίτες; Μόνο οι μισοί (54%) απάντησαν ότι οι περισσότεροι πολίτες του τόπου ή της γειτονιάς τους θα καλούσαν την αστυνομία αν έβλεπαν κάτι ύποπτο, ενώ μόνο ένας στους τρεις αστυνομικούς απάντησε ότι οι περισσότεροι πολίτες θα κατήγγελλαν μια ρατσιστική επίθεση εναντίον τους. Η πλειονότητα των αστυνομικών αναγνωρίζει την ύπαρξη αρνητικών στερεοτύπων μέσα στο Σώμα για διάφορες ομάδες του πληθυσμού.
Λίγο περισσότεροι από τους μισούς απάντησαν πως θα ανέφεραν συνάδελφο για παραβίαση των δικαιωμάτων κρατουμένου ή για περιστατικό χρήσης υπέρμετρης βίας, ενώ δήλωσαν επίσης ότι θα προχωρούσαν σε σύλληψη συναδέλφου για οδήγηση υπό την επήρεια παράνομης ποσότητας αλκοόλ.
Πώς αξιολογείται το έργο τους; Περισσότερο από το 1/3 των αστυνομικών του δείγματος θεωρεί ότι το έργο τους αξιολογείται ως θετικό, περίπου οι μισοί εκτιμούν ότι αξιολογείται ως μέτριο και ένα 17% ως αρνητικό. Οι μισοί πιστεύουν ότι η αστυνομία αδικείται από τα ΜΜΕ.
