Εξι ανθρώπινες φιγούρες, με πολυφορεμένα ρούχα και απαραιτήτως σακάκι, που αποπνέουν τη λαϊκή φινέτσα μιας αλλοτινής εποχής, εννιά ταλαιπωρημένες βαλίτσες, ένα κλουβί, ακουμπούν σ’ ένα δάπεδο από πισσόχαρτο, στο οποίο είναι ζωγραφισμένο με κιμωλία ένα σχέδιο από το παιδικό παιχνίδι κουτσό.
Στα κουτάκια του κουτσού περιγράφονται οι δυσκολίες που συναντά ένας μετανάστης σε μια ξένη χώρα. «Τελωνείο», «Γραφειοκρατία» κ.λπ. στα γερμανικά.

Το «κουτσό» από την ενότητα «Μετανάστες» (1974), όπως εκτέθηκε στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο της συνεργασίας του Φεστιβάλ Αθηνών με την ομάδα Νέον στην έκθεση «Ιστορίες αναγέννησης». Με την ευγενική παραχώρηση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
Στο εμβληματικό του έργο «Μετανάστες», το 1974 -απόσπασμα του οποίου είναι «Tο Κουτσό», που μπορούσε κανείς να ξαναδεί στo πλαίσιo του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260- ο Βλάσσης Κανιάρης, περισσότερο από 40 χρόνια πριν, αποδεικνύεται προφητικός για τη σημερινή κατάσταση της χώρας, εξιστορώντας με παιγνιώδη διάθεση τις ανείπωτες δοκιμασίες της φυγής, αλλά επιβεβαιώνοντας συνάμα την ικανότητα του ανθρώπου για επιβίωση.
Διαβάζοντας τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας για τους λόγους που έδιωξαν τα τελευταία πέντε χρόνια τους περισσότερους από 200.000 νέους υψηλών προσόντων από τη χώρα, σκεφτήκαμε μια μεταγραφή του έργου που συνάμα αποτελεί και ένα «κατηγορώ» στο πελατειακό κράτος και την αναξιοκρατία.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο πρώτος λόγος, για τον οποίο αποφάσισαν να φύγουν ώστε να εργαστούν στο εξωτερικό αυτοί οι νέοι άνθρωποι, είναι «η μειωμένη αξιοκρατία και η διαφθορά στην Ελλάδα» με 37%, για να ακολουθήσουν οι «οικονομική κρίση και αβεβαιότητα», με 33% και μόλις στην πέμπτη θέση, ή -αν θέλετε- στο πέμπτο κουτί του… κουτσού, είναι η «αδυναμία εύρεσης εργασίας στον τομέα μου».
Μιλήσαμε με δύο νέες για τους λόγους που τις «έδιωξαν», αλλά και για τη ζωή τους στην ξενιτιά.
Μας εξομολογήθηκαν, γιατί η Ελλάδα τις πληγώνει, δίνοντας έμφαση στον σεβασμό, με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν από τα ξένα αφεντικά σε αντίθεση με τους… συμπατριώτες.
Η Ειρήνη στο Μόναχο
Η Ειρήνη, 39 χρόνων, έφυγε πέρυσι στο Μόναχο, για να βρει δουλειά. «Είχα κλείσει ήδη δύο χρόνια άνεργη και καθώς δεν είχα καμία ελπίδα να εισπράξω δεδουλευμένα και αποζημίωση από την ιδιωτική εταιρεία στην οποία εργαζόμουν 13 χρόνια και έκλεισε, δεν μπορούσα να βασιστώ στην κομμένη, κατά το ήμισυ, σύνταξη του πατέρα μου που συντηρούσε τη μητέρα μου, εμένα και την επίσης άνεργη αδελφή μου», δηλώνει στην «Εφ.Συν.».
Ο,τι ακολούθησε τη συνομιλία μας, έχει ειπωθεί εν είδει ξεσπάσματος.
«Μπορεί να έχω λείψει κάποιο καιρό και να με στενοχωρεί αυτό, αλλά -παρακολουθώντας τις εξελίξεις- δεν μπορώ, παρά να αναρωτηθώ: Στην Ελλάδα δεν φταίει κανείς; Δεν είναι ότι οι άνθρωποι είναι πιο έξυπνοι εδώ, αλλά σέβονται τους κανόνες και είναι οργανωμένοι. Αρρώστησα τον χειμώνα και ο εργοδότης μου δεν ήθελε να μου πληρώσει την ιατρική άδεια και καθάρισε η ασφάλειά μου, δεν χρειάστηκε να κάνω τίποτα. Μας λένε για τον αυξημένο ΦΠΑ στα νησιά, αλλά ένας φίλος μου, που ήρθε διακοπές στην Ελλάδα πέρυσι, μας είπε ότι ξόδεψε σε 15 ημέρες 3.000 ευρώ, χωρίς να πάρει μία απόδειξη… Και από την άλλη, έχουν έρθει όλοι οι Ελληνες εδώ στις τράπεζες με τα εκατομμύρια.
»Η Μέρκελ και ο Σόιμπλε μας φταίνε; Δεν υπάρχει ρατσισμός, αλλά σκληρή δουλειά. Εχω ένα δίλημμα: αν γυρίζαμε πίσω με την τωρινή σοφία, θα αλλάζαμε τίποτα; Φοβάμαι ότι θα ήμασταν ίδιοι και χειρότεροι. Οι άνθρωποι εδώ είναι φιλέλληνες, μου λένε δεν φταίτε εσείς για την κρίση και διηγούνται τη δική τους το 1995. Ομως εδώ πάνω από όλα υπάρχει σεβασμός: Οι μηχανοδηγοί του προαστιακού κάνανε τρεις απεργίες και κέρδισαν τρεις αυξήσεις. Ο κόσμος δεν ξεσηκώθηκε, επειδή οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν κάτι. Σε δυο ώρες είχαν γίνει δεκτά τα αιτήματά τους, γιατί είχε παραλύσει η πόλη...».
Πριν φύγει, μας διηγείται τις απόπειρες να εργαστεί, «μαύρα» ή σε δουλειές του ποδαριού: «Καμία σχέση με αυτό που είχα σπουδάσει και είχα εμπειρία».
Κι αναρωτιέται:
«Αν αρνιόμαστε όλοι μαζί οι νέοι να εργαστούμε σε εξευτελιστικές συνθήκες, μήπως οι εργοδότες θα άλλαζαν στάση; Ουτοπία…
»Κοιτάξτε γύρω σας την καθημερινότητα… Και αναλογιστείτε πόσα σας ενοχλούν κάθε μέρα: Οι υπηρεσίες που υπολειτουργούν ή δεν λειτουργούν, η εικόνα των σχολείων, των νοσοκομείων […] το χέρι που πετάει από το παράθυρο του αυτοκινήτου ένα σκουπίδι… Το άδικο που δεν τιμωρείται. Απειρα παραδείγματα. Και τι κάνουμε; Τις περισσότερες φορές τίποτα. Τα περιμένουμε όλα από το κράτος που οι ίδιοι έχουμε… διαφθείρει, με το ρουσφέτι, το λάδωμα, την παρανομία… Γιατί μάθαμε έτσι; Γιατί γίναμε έτσι; Γιατί, όπως λένε μερικοί Γερμανοί, δεν έχουμε κανόνες και, αν έχουμε, δεν τους τηρούμε!
»Η κρίση έφερε στην επιφάνεια αδυναμίες… Αυτήν τη χώρα όμως θέλουμε; Της λαμογιάς; Της υποκρισίας; Του δηθενισμού; Της μαγκιάς; Του ρουσφετιού; Της ατιμωρησίας; Της αναλγησίας; Οποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά… Πόσο δίκιο είχε ο Μ. Χατζιδάκις… Μαζί με τα λεφτά μας τελείωσαν και οι αξίες, τα ιδανικά; Κοιτάξτε ποιοι είναι πιο αλληλέγγυοι: Εκείνοι που έχουν ή εκείνοι που δεν έχουν;
»Εδώ και ένα χρόνο ζω στη Γερμανία… Ηταν δύσκολη απόφαση και επώδυνη. Μονόδρομος θα έλεγα… Δυο φίλοι μου αυτοκτόνησαν. Ηταν στην ηλικία μου… Συγκλονίστηκα. Δουλειά δεν έβρισκα και οι συνθήκες ολοένα και δυσκόλευαν. Το τόλμησα… Οι συνθήκες είναι πραγματικά δύσκολες. Πιο πολύ με πληγώνει που ένα παιδί σπουδάζει στα ελληνικά πανεπιστήμια και μετά έτοιμο πηγαίνει σε μια άλλη χώρα, για τον οποίο δεν ξόδεψε τίποτα, να εργαστεί. Πόσα αλήθεια χάνει το ελληνικό κράτος από αυτή την… ανθρώπινη θυσία;».
Παρηγοριά της στις δυσκολίες της επιβίωσης στα ξένα το γεγονός πως βλέπει ότι υπάρχει πρόνοια για τους ανέργους -ακόμη και για τους μετανάστες-, για τους ανήμπορους, μέριμνα για τις μονογονεϊκές οικογένειες, για τα ΑμεΑ:
«Η πόλη είναι καθαρή, η ανακύκλωση τρόπος ζωής, ο σεβασμός στον άνθρωπο, το περιβάλλον, τα ζώα είναι αυτονόητος. Οι υπηρεσίες λειτουργούν και δεν σε ταλαιπωρούν… Ζεις σε ένα περιβάλλον που δεν σε πληγώνει.. Και αναρωτιέσαι: Γιατί όχι και στην Ελλάδα; Γιατί η Γερμανία, που έχει και την πιο μαύρη σελίδα στην παγκόσμια ιστορία… Είναι λυπηρό. Πόσο δύσκολο είναι να κάνουμε τη χώρα μας καλύτερη; Πάει ένας χρόνος που ζω στο εξωτερικό και όσο περνάει ο καιρός, δυστυχώς, τίποτα δεν μπορεί να με πείσει πως ήταν μια λάθος επιλογή. Ειδικά τώρα».
Η Κατερίνα στο Λονδίνο

Η Κατερίνα, 23 χρόνων, εργάζεται στο Λονδίνο ως προσωπικό κυτταρολογικού εργαστηρίου σε νοσοκομείο του εθνικού συστήματος υγείας:
«Με ανάλογες σπουδές σε ιδιωτική σχολή της Αθήνας, είχα εργαστεί σε διάφορα εργαστήρια εθελοντικά, με την ελπίδα πως κάποτε θα μου ανοιγόταν κάποια πόρτα, εφόσον είχα την κατάλληλη εμπειρία. Λάθος υπόθεση όμως… Θα ήταν φλύαρο να αρχίσω να απαριθμώ τα “κατά” του να εργάζεται κανείς σε ένα πλήρως “ελληνικό” περιβάλλον.
»Λίγο καιρό πριν ξεκινήσω να εργάζομαι στο Λονδίνο, σκεφτόμουν όλα όσα είχα ζήσει στις προηγούμενες δουλειές μου και δεν μπορώ να κρύψω πως η ανασφάλεια που μου είχε δημιουργηθεί από μερικούς “νταήδες” ανώτερούς μου, με είχε φοβίσει τόσο, που έτρεμα στην ιδέα πως θα ξανασυναντούσα κάτι τέτοιο. Ακόμα θυμάμαι την πρώτη μέρα στη δουλειά. Ολοι ήταν τόσο φιλικοί και υπερβολικά ευγενικοί, ώστε μετά τον πρώτο μήνα τούς ευχαρίστησα δημόσια σε επαγγελματικό δείπνο, επειδή μου φέρθηκαν… ανθρώπινα. Ναι, ανθρώπινα και φυσιολογικά, όπως θα άξιζε και σε κάθε άλλο εργαζόμενο που φτύνει αίμα καθημερινά στην Ελλάδα».
Και μας απαριθμεί μια σειρά από διαφορές στο να εργάζεται κανείς στο εξωτερικό. Για παράδειγμα: «όταν ξεκινάς μια δουλειά, όσο πλούσιο και να είναι το βιογραφικό και οι σπουδές σου, όσες φορές και να έχεις μια απορία, κανείς ποτέ δεν πρόκειται να δείξει αγανάκτηση».
Ή «ένα από τα βασικά στοιχεία που διαχωρίζουν μια οργανωμένη χώρα με αξιοκρατία από άλλες που τη στερούνται είναι ότι όλοι εργάζονται με κοινούς αυστηρούς κανονισμούς, που ισχύουν για όλους ανεξαιρέτως. Και όλοι ελέγχονται κατά πόσο ακολουθούν τους κανόνες του συστήματος. Κανείς δεν κάθεται με σιγουριά στην καρέκλα του σαν Ελληνάρας, νομίζοντας πως αυτός είναι και κανένας άλλος».
Κι ακόμη: «Ποτέ δεν θα συναντήσεις συνάδελφο με ανώτερη θέση να σου μιλά σαν κατώτερο. Ολοι συνεργάζονται για τον κοινό στόχο, όταν έχεις διάλειμμα ή σχολάς, σημαίνει ότι έχεις διάλειμμα ή σχολάς. Κανείς δεν θα σε στραβοκοιτάξει, επειδή σταμάτησες τη δουλειά για να φας κάτι, ή επειδή σχόλασες την ώρα που έπρεπε. Κανείς δεν περιμένει από σένα να δουλέψεις παραπάνω ώρες στο τζάμπα ή άλλα τέτοια ντροπιαστικά. Ισα ίσα… Αυτονόητα δηλαδή, αλλά μόνο για τους μη Ελληνες…».
Και μετά επανέρχεται αυτή η λέξη που έχει λάβει μυθικές διαστάσεις στον λόγο των ξενιτεμένων νέων:
«Σεβασμός. Κανένας διαχωρισμός και πουθενά. Ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκευτικών πεποιθήσεων, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. Για τους ξένους είσαι άνθρωπος. Δίχως κλίκες και σαμποταρίσματα, όλοι σέβονται ο ένας τον άλλον…».
Μα καλά, αναφωνείς, όλα ρόδινα είναι στο εξωτερικό;
«Οχι φυσικά. Πουθενά δεν είναι παράδεισος, αλλά τουλάχιστον η Αγγλία είναι μια χώρα πολύ πιο οργανωμένη από την Ελλάδα και προφανώς με πολύ περισσότερη αξιοκρατία, δίχως ψευτόμαγκες και τσαμπουκάδες που έρχονται από το πουθενά, για να σου κάνουν τη ζωή δύσκολη».
Οσο για τη συμπεριφορά τους απέναντι στους Ελληνες;
«Πολλοί συνάδελφοι απορούν πώς εμείς οι Ελληνες, ο τόσο έξυπνος και ευρηματικός λαός -όπως λένε χαρακτηριστικά- έφτασε σε αυτό το σημείο. Αλλά όσο περήφανη και αν είμαι για την καταγωγή μου, τόσο μου αρέσει να λέω την αλήθεια γι’ αυτήν και τους μιλώ για τον ανόητο τρόπο σκέψης που μας έφερε ώς εδώ».
Και αν σκέφτεται να γυρίσει;
«Υπάρχουν στιγμές που όλοι οι Ελληνες του εξωτερικού μελαγχολούν σκεπτόμενοι την Ελλάδα και αναρωτιούνται αν αξίζει να γυρίσουν. Ομως κάπου εκεί το ροζ συννεφάκι σβήνει και τη θέση του παίρνει η εικόνα μιας τεράστιας ζυγαριάς. Από τη μία της πλευρά μια Ελλάδα με οικογένεια, φίλους, παρέες και από την άλλη μια ξένη χώρα με επαγγελματική κατάρτιση, αξιοπρέπεια και ποιότητα ζωής, αλλά χωρίς ίσως κανένα απ’ τα καλά της Ελλάδας. Τι διαλέγεις λοιπόν; Αν είσαι λογικός άνθρωπος σαφώς το δεύτερο, για να επιβιώσεις. Θυσιάζεις για να βγεις κερδισμένος, για ένα καλύτερο και βέβαιο μέλλον…».
