ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, σε μία από τις πιο λαϊκές συνοικίες του Πειραιά, ένα εργατικό δυστύχημα συνταράσσει ολόκληρη τη γειτονιά. Ενας εργαζόμενος των ψυγείων «Λουξ», ενός από τα πολλά βιομηχανικά κτίρια στα Καμίνια, πεθαίνει από αναθυμιάσεις έπειτα από διαρροή αμμωνίας.

Το δυστύχημα αυτό ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει από τους κατοίκους της περιοχής ένας αγώνας που διήρκεσε δεκαετίες, ώστε να μπει οριστικά «λουκέτο» στο εργοστάσιο – όχι μόνο γιατί ήταν εστία ρύπανσης ή γιατί δημιουργούσε τεράστια υγειονομικά προβλήματα στους γύρω κατοίκους, αλλά και γιατί η βιομηχανοποιημένη περιοχή του Πειραιά απαιτούσε πνεύμονες πρασίνου.

Τελικά, ο αγώνας τους τελεσφόρησε το 1998, όταν επί δημαρχίας Στέλιου Λογοθέτη το οικοδομικό τετράγωνο επί των οδών Αγίου Ελευθερίου – Μαρμαροτούρη – Φραγκούλη – Λευκάδος έγινε πλατεία. Πού να ήξεραν οι κάτοικοι ότι αυτήν την «ανάσα» θα την πλήρωναν ακριβά λίγα χρόνια αργότερα…

Για τη δημιουργία της πλατείας «Λουξ», που μετονομάστηκε αργότερα σε πλατεία «Ανδρέα Παπανδρέου», έκτασης 1.533 τ.μ., εκταμιεύτηκαν με απόφαση του τότε ΥΠΕΧΩΔΕ 180.000.000 δραχμές από το ΕΤΕΡΠΣ, το Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Περιβαλλοντικών Σχεδίων. Παρά το γεγονός πως πολλοί άλλοι δημόσιοι χώροι πρασίνου δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, στην πλατεία «Λουξ» επιφυλάχθηκε ιδιαίτερη μεταχείριση από τις δημοτικές αρχές. Λουξ!

Οι 64 παρόδιοι ιδιοκτήτες βρέθηκαν να χρωστάνε «χαράτσια» χιλιάδων ευρώ στον δήμο επειδή η πρόσοψη των κατοικιών τους «κοιτάει» σε χώρο πρασίνου και περιγράφουν στην «Εφ.Συν.» μια καφκική ιστορία που τους ταλαιπωρεί τα τελευταία 20 χρόνια επειδή ανασύρθηκε από το σκονισμένο συρτάρι των μετέπειτα δημοτικών αρχών ένας προπολεμικός και παρωχημένος νόμος του 1931.

Το σκεπτικό του νόμου

Ο Κάφκα… μετακόμισε στα Καμίνια

Ο αισίως σήμερα 91 χρόνων νόμος (ν. 5269/1931) έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί πολλές φορές και παραδόξως ισχύει κατά το δοκούν μέχρι και σήμερα. Τότε ο νομοθέτης όριζε ρητά πως «υπόχρεοι προς καταβολήν της αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν ακινήτων καταλαμβανομένων υπό των υπό του εγκεκριμένου σχεδίου προβλεπομένων χώρων ως κοινοχρήστων, ήτοι οδών, πλατειών, αλσών κ.λπ., είναι ο δήμος ή η κοινότης και οι ιδιοκτήται».

Και συμπλήρωνε: «Δι’ αυτό τούτο το απαλλοτριωτέον οικόπεδον, συνυπόχρεοι καθίστανται ο Δήμος ή η Κοινότης και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται, θεωρουμένων ως τοιούτων των ιδιοκτητών ακινήτων ων τα οικόπεδα έχουν ή δύνανται να αποκτήσουν διά προσκυρώσεων ή τακτοποιήσεων πρόσωπον επί του εν ω περιλαμβάνεται το απαλλοτριωτέον ακίνητον».

Εν ολίγοις, με το σκεπτικό ότι με τη δημιουργία ενός κοινωφελούς έργου ανεβαίνει η εμπορική αξία των κοντινών ακινήτων, οι παρόδιοι οφείλουν να πληρώσουν στον δήμο, ανάλογα με τα μέτρα πρόσοψης του κάθε κτιρίου, ένα χρηματικό ποσό που σε καμία περίπτωση δεν είναι ευκαταφρόνητο, τουλάχιστον όχι για τους παρόδιους της πλατείας «Λούξ»: μέχρι και σήμερα, υπάρχουν ιδιοκτήτες που χρωστούν περισσότερα από 12.000 ευρώ στον δήμο.

Αν και η συγκεκριμένη νομοθεσία αφορά φυσικά τους δημότες κάθε δήμου που τυγχάνουν να μένουν δίπλα σε μικρές εστίες πρασίνου που δημιουργήθηκαν έπειτα από απαλλοτρίωση, στις περισσότερες περιπτώσεις και με δεδομένο τον κοινωφελή χαρακτήρα τους η διαδικασία «παγώνει» από τις ίδιες τις δημοτικές αρχές. Αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση της πλατείας «Λουξ», που από το 2000 άρχισαν τα πρώτα ειδοποιητήρια με τη σφραγίδα του δήμου να καταφτάνουν στις πόρτες των ιδιοκτητών ακινήτων.

Επιστολές επί επιστολών, ερωτήσεις και υπομνήματα κατατέθηκαν πολλές φορές σε αρμόδιους φορείς, ακόμη και στο υπουργείο Εσωτερικών, ζητώντας το αυτονόητο. Είτε να μοιραστεί το χρέος σε όλους τους δημότες, αφού το πάρκο είναι, φυσικά, ανοιχτό σε όλους, είτε να καταργηθούν, με αναδρομική ισχύ, οι διατάξεις του νόμου. Ουσιαστική απάντηση στους κατοίκους δεν δόθηκε ποτέ και οι αρμόδιοι περιορίστηκαν στο να πετάνε ο ένας το μπαλάκι στον άλλο.

Ακόμη και ο πρώην δήμαρχος Στ. Λογοθέτης, σε επιστολή του στους παρόδιους το 2001, επισήμαινε το παράλογο της νομοθεσίας: «Μας παρότρυνε μάλιστα αν δεν βρεθεί άλλη λύση να μην πληρώσουμε ωσότου παρέλθει η εικοσαετία και το χρέος παραγραφεί», σημειώνει κάτοικος στην «Εφ.Συν.».

Επικράτησε νηνεμία για περίπου 10 χρόνια, με τη σύμφωνη γνώμη του δήμου αλλά και των αντιπολιτευόμενων δημοτικών συμβούλων πως τα ποσά δεν πρέπει να εισπραχθούν, παγώνοντας «προσωρινά» τη διαδικασία. Επανήλθε στην ημερήσια διάταξη ξανά επί δημαρχίας Μώραλη, το 2014, όταν το Ελεγκτικό Συνέδριο έλεγξε τα ταμεία του δήμου και παρατήρησε, σύμφωνα με τους κατοίκους, πως υπάρχουν ποσά συνολικού ύψους 300.000-400.000 ευρώ (!) που δεν εισπράττονται. Με το επιχείρημα πως ο δήμος δεν μπορεί να στηρίξει οφειλές τέτοιου ύψους, ξεκίνησαν πάλι τα ειδοποιητήρια για χρέη τα οποία είχαν γιγαντωθεί λόγω των προσαυξήσεων.

Με τους «φουσκωμένους» τόκους ήρθαν και τα προβλήματα: «Κατάσχεσαν από τον τραπεζικό μου λογαριασμό το ποσό των τόκων και μέσα σε μία μέρα έχασα 7.000 ευρώ. Στείλανε το χρέος στην εφορία και “νέκρωσε” το ΑΦΜ μου. Δεν μπορούσα ούτε να πουλήσω, ούτε να μεταβιβάσω το σπίτι στα παιδιά μου, ούτε καν να πάρω φορολογική ενημερότητα. Από όπου μπορούσαν να πάρουν χρήματα, πήραν», σχολιάζει η Τ.Π. (τα στοιχεία της βρίσκονται στη διάθεση της «Εφ.Συν.»).

Παρόμοια εμπειρία είχε γειτόνισσά της, που «χρεώθηκε» για ένα τετραώροφο κτίριο που… δεν υπάρχει. Το σπίτι της, χτισμένο τη δεκαετία του ’70, είναι μονοκατοικία. Αυτό δεν εμπόδισε το αυθαίρετο άδειασμα του τραπεζικού της λογαριασμού, ούτε την επιβολή χρέους για ορόφους που δεν διαθέτει!

Δήθεν προθεσμίες

Λίγο πριν συμπληρωθούν τα 20 χρόνια, το 2017, νέα νομοθεσία (ν. 4483/2017) επαναφέρει το πρόβλημα στο προσκήνιο. Το ομαλοποιεί, όμως δεν το εξαλείφει: ορίζει πως η εξόφληση των οφειλών μπορεί να γίνει άτοκα σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, σε διάστημα μέχρι 15 ετών. Παρόδιος της πλατείας που ακόμη δεν έχει εξοφλήσει το υπέρογκο χρέος προς τον δήμο περιγράφει:

«Περίμενα πως με κάποιον τρόπο θα βρούμε μια λύση, αλλά μάταια. Κάποιες φορές ήρθαν αυτοπροσώπως υπάλληλοι του δήμου για να μας ενημερώσουν πως οφείλουμε να κάνουμε ρυθμίσεις. Κάποια στιγμή ήρθαν επιστολές με συγκεκριμένες δήθεν προθεσμίες που πρέπει να ξεκινήσουμε τους διακανονισμούς, που ήταν γραμμένες στο χέρι. Μετά μας είπαν ότι επρόκειτο για λάθος. Μεταξύ άλλων, στάλθηκαν επιστολές σε ανύποπτο χρόνο για “εκτέλεση κατασχέσεων”, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινίσεις, και ψάχναμε να βρούμε περί τίνος πρόκειται».

Και αν οι καταγγελίες των παρόδιων που αναγκάζονται να πληρώνουν για 15 χρόνια χαράτσι στον δήμο επειδή έχουν πρόσοψη σε πλατεία μοιάζουν εξωφρενικές, το παράδοξο της ιστορίας έχει και συνέχεια. Το σπίτι της Τ.Π. δεν «βλέπει» καν στην πλατεία, παρά μόνο η πίσω όψη του. Κι όμως, πέρα από τα 7.000 ευρώ που «έγιναν καπνός» από τον τραπεζικό της λογαριασμό, χρωστάει συνολικά πάνω από 8 χιλιάδες ευρώ, το ποσό δηλαδή του αρχικού κεφαλαίου: «Οφείλω, για μια πλατεία που έχω δίπλα μου, να πληρώνω μέχρι το 2035», μας λέει η Τ.Π.