Σημαντικές μεν, κατώτερες των περιστάσεων δε, επισημάνσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη διολίσθηση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Σε απαντητική της επιστολή η Κομισιόν προς τις 12 ελληνικές οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, που ζητούν την άμεση λήψη μέτρων για τις συνεχείς παραβιάσεις του κράτους δικαίου σε διάφορους τομείς («Εφ.Συν.», 12.4.2022, «Επιστολή-καταπέλτης στην Ε.Ε. για την Ελλάδα»), με διακριτικό τρόπο ρίχνει το γάντι στην ελληνική κυβέρνηση.
Για το θέμα της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στη διασφάλιση της νομικής τους προστασίας, η Επιτροπή ενημερώνει πως έχει «κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας τον Ιανουάριο του 2022 λόγω της μη κοινοποίησης από την Ελλάδα της μεταφοράς της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937.
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την απάντηση στην εν λόγω προειδοποιητική επιστολή, η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος περαιτέρω μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να διασφαλιστούν η μεταφορά και η εφαρμογή τής εν λόγω οδηγίας».
Για τις αναρίθμητες επιχειρήσεις επαναπροώθησης (pushbacks) προσφύγων στο Αιγαίο, η Επιτροπή δηλώνει «ανήσυχη για τις αναχαιτίσεις και εξαφανίσεις στα σύνορα της Ελλάδας», ζητά τη διερεύνηση των περιστατικών και τη «δίωξη παραπτωμάτων από τις αρμόδιες κρατικές αρχές για τις φερόμενες απωθήσεις».
Υπογραμμίζει πως τα εξωτερικά σύνορα μπορούν να διασχίζονται μόνο σε σημεία διέλευσης, ωστόσο αφήνει αιχμές προς τις ελληνικές αρχές λέγοντας πως «τα κράτη-μέλη πρέπει επίσης να ενεργούν σε πλήρη συμμόρφωση με το σχετικό ενωσιακό δίκαιο και οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιστρέφονται σε τρίτη χώρα όπου θα εκτίθενται στον κίνδυνο απάνθρωπης μεταχείρισης».
Ως απάντηση στις καταγγελίες των οργανώσεων για τα ζητήματα ελευθερίας του Τύπου, την έλλειψη διαφάνειας στη λήψη αποφάσεων (σ.σ. λίστα Πέτσα) και το δικαίωμα στην πληροφόρηση και τις πολυάριθμες αγωγές (SLAPP) εναντίον δημοσιογράφων, η Κομισιόν εστίασε μόνο στο ζήτημα των αγωγών.
Επισήμανε την παρουσίαση στις 27 Απριλίου 2022 μιας δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση του φαινομένου μέσω της προτεινόμενης ευρωπαϊκής οδηγίας (σ.σ. είναι υπό διαπραγμάτευση στο Κοινοβούλιο) «που θα λειτουργήσει με τρεις τρόπους: αποτρέποντας την κατάθεση μιας αγωγής SLAPP, επιτρέποντας τη γρήγορη απόρριψή της, αφού κατατεθεί, και παρέχοντας άλλα ένδικα μέσα, όπως η επιδίκαση εξόδων, η αποζημίωση και οι κυρώσεις κατά ενός καταχρηστικού ενάγοντος».
Υπενθυμίζεται πως οι 12 ελληνικές οργανώσεις (με πρωτοβουλία του Vouliwatch) αναφέρονταν στην επιδεινούμενη πορεία της χώρας επί κυβέρνησης Μητσοτάκη σε κρίσιμους τομείς, όπως: ελευθερία του Τύπου, απουσία νομικής προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, παράνομη αστυνομική βία (τουλάχιστον 34 καταγεγραμμένα περιστατικά μέσα στο 2021, πλήθος ρατσιστικών περιπτώσεων), δικαιώματα προσφύγων και αιτούντων άσυλο (επαναπροωθήσεις, εξευτελιστική συμπεριφορά σε αιτούντες άσυλο κ.ά.), μετατροπή των συνοριακών περιοχών σε «de facto ζώνη ασυδοσίας», δικαιώματα υπηκόων τρίτων χωρών (δραματικές αλλαγές στη διαδικασία πολιτογράφησης και στην απόκτηση ιθαγένειας εξαιτίας του νόμου 4735/2020), εκτεταμένη χρήση τροπολογιών της τελευταίας στιγμής και άσχετων τροπολογιών σε νομοσχέδια που ψηφίζονται, απαγόρευση διαδηλώσεων, νομική ασυλία στα μέλη των επιτροπών σε σχέση με την πανδημία, προβληματικά ζητήματα ως προς την υποβολή και τον έλεγχο των δηλώσεων «πόθεν έσχες», παραβιάσεις των δικαιωμάτων κρατουμένων κ.ά.
Tην απαντητική επιστολή, η οποία πάντως δεν στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα ότι η Ε.Ε. είναι πραγματικά έτοιμη να υπερασπιστεί όλους τους πολίτες στην Ελλάδα και να προστατεύσει τα δικαιώματά τους, υπογράφει για λογαριασμό της αντιπροέδρου της Κομισιόν, Βέρα Γιούροβα, η γενική διευθύντρια της Γεν. Διευθ. Δικαιοσύνης και Καταναλωτών της Επιτροπής, Ανα Γκαλέγκο Τόρες.
