ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ντίνα Δασκαλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο τελευταίος ρεπόρτερ να κλείσει τα φώτα». Οταν το 2011 επέλεγαν αυτόν τον ευρηματικό τίτλο οι McChesney και Pickard για το βιβλίο τους όπου ανατέμνουν την πολλαπλή κρίση την οποία διέρχεται ο Τύπος, ασφαλώς δεν είχαν στο μυαλό τους την Ελλάδα.

Ωστόσο, αυτός ακριβώς ο τίτλος είναι η πιο σύντομη περιγραφή της τραγωδίας που ζει η ελληνική δημοσιογραφία, ενώ η χώρα κατρακυλά στους δείκτες ελευθερίας του Τύπου. Tο πόσο σοβαρά και απειλητικά όχι μόνο για τη δημοσιογραφία και την ενημέρωση, αλλά εν τέλει για το ίδιο το πολίτευμα είναι τα άγρια δεδομένα που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι στην καθημερινή τους πρακτική έχει αναλυθεί εξαντλητικά από τους επιστήμονες που ασχολούνται με τα μίντια στην Ελλάδα. Τώρα αυτό το ζοφερό τοπίο αποτυπώνεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στην έκθεση για τη χώρα μας που παρουσιάζει σήμερα το Media Freedom Rapid Response (MFRR).

Το MFRR λειτουργεί υπό την ηγεσία του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ECPMF) και συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, και με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, ενώ χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Aπό 1 έως 15 Δεκεμβρίου 2021, το ECPMF ηγήθηκε ερευνητικής αποστολής στην Ελλάδα, που συναντήθηκε με δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και θεσμικούς παράγοντες. Η έκθεσή τους έχει τον εύγλωττο τίτλο «Ελέγχοντας το μήνυμα: Οι προκλήσεις της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας στην Ελλάδα» και καταγράφει όσα αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι, από τις φραστικές επιθέσεις του ίδιου του πρωθυπουργού μέχρι το ξύλο στον δρόμο από ένστολους.

Λίγες ώρες πριν από την παρουσίαση του πορίσματος, συζητάμε με τον Senior Advocacy Officer του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τον Τύπο και την Ελευθερία των ΜΜΕ, Λόρενς Ούτινγκ.

● Η Ελλάδα κατρακυλάει στους δείκτες ελευθερίας του Τύπου – ωστόσο οι δείκτες είναι πάντα ψυχροί. Kατά τη διάρκεια της έρευνας ήρθατε σε επαφή με δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και θεσμικούς παράγοντες. Πώς είδατε εσείς την ελληνική δημοσιογραφία; Πώς τη βλέπετε σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Αντιμέτωποι με προκλήσεις ως προς τον πλουραλισμό των μέσων και την προσωπική τους ασφάλεια, οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν προβλήματα που δεν απαντούν μόνο στην Ελλάδα, αλλά είναι περισσότερο έντονα σε σχέση με τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε., όπου τα ΜΜΕ απολαμβάνουν καλύτερη προστασία και περισσότερες ευκαιρίες να αναφέρονται κριτικά σε θέματα δημοσίου συμφέροντος.

Αποτέλεσμα αυτής της κρίσης είναι οι ειδήσεις που θεωρούνται άβολες ή μη κολακευτικές για την κυβέρνηση να μη δημοσιεύονται σε πολλά μέσα. Αυτό δημιουργεί σοβαρό εμπόδιο στην πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τις τρέχουσες υποθέσεις και στην ενημερωμένη συμμετοχή του στη δημοκρατική συζήτηση.

● Από τη δολοφονία Καραϊβάζ μέχρι τα χτυπήματα της αστυνομίας σε ρεπόρτερ εν ώρα εργασίας, η κυβέρνηση βαφτίζει κάθε επίθεση στους ανθρώπους του Τύπου «μεμονωμένο περιστατικό». Είναι όντως έτσι ή υπάρχει ένα πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα που καθιστά ευάλωτους τους δημοσιογράφους;

Η αξιολόγηση του Media Freedom Rapid Response μετά τη διερευνητική αποστολή μας είναι ότι οι προκλήσεις για την ασφάλεια των δημοσιογράφων στην Ελλάδα είναι συστημικές. Δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως «μεμονωμένα περιστατικά». Οσον αφορά τον Καραϊβάζ, προφανώς πρέπει να τηρηθεί το απόρρητο της έρευνας.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν τόσο λίγες πληροφορίες σχετικά με το πώς εξελίσσεται (ή όχι) που είναι σαφές ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για διαφάνεια και δημόσιο έλεγχο. Αυτή η αβεβαιότητα έχει ανατριχιαστικό αποτέλεσμα και δημιουργεί δυσπιστία για την ικανότητα και την προθυμία της κυβέρνησης να προστατεύσει τη δημοσιογραφική κοινότητα.

Οσον αφορά την αστυνομική βία κατά των δημοσιογράφων και την παρέμβαση στο ρεπορτάζ κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών ή στο πλαίσιο της μετανάστευσης, υπάρχει πρόβλημα σε πολιτικό επίπεδο όπου το πρόβλημα δεν αναγνωρίζεται, καθώς και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Η έλλειψη επαρκών πειθαρχικών διαδικασιών δημιουργεί ένα κλίμα όπου δεν υπάρχει πραγματική ευθύνη για το προσωπικό επιβολής του νόμου όταν είναι επιθετικό προς τους δημοσιογράφους ή εμποδίζει τα ρεπορτάζ τους.

● Η πανδημία έγινε αφορμή για πολλές κυβερνήσεις να επιχειρήσουν να ελέγξουν πολλαπλά τον Τύπο. Ποια η τοποθέτησή σας για το τι έγινε στην Ελλάδα; Τι συμπεράνατε για την περίφημη «λίστα Πέτσα»; Πρόκειται για χρηστή διαχείριση, όπως ευαγγελίζεται η κυβέρνηση, ή για σκάνδαλο;

Κατά τη γνώμη μου, η «λίστα Πέτσα» είναι υποδειγματική της έλλειψης διαφάνειας στην κατανομή της κρατικής διαφήμισης στην Ελλάδα. Δεν είναι νέο φαινόμενο, αλλά δείχνει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Νομίζω ότι είναι απαράδεκτο το γεγονός πως χρειάστηκε τόση πίεση προς την κυβέρνηση ώστε να αποκαλύψει ποιοι ωφελήθηκαν και τα ποσά που διατέθηκαν. Και όταν αυτά αποκαλύφθηκαν τελικά, ήταν σαφές ότι τα κεφάλαια διανεμήθηκαν σύμφωνα με ειλικρινείς κομματικές γραμμές.

Η κοινοβουλευτική έρευνα δεν έκανε σαφές ως προς το ποιος πραγματικά αποφάσισε ποια μέσα ενημέρωσης έλαβαν χρηματοδότηση και πόση, αλλά και σε ποια βάση ελήφθησαν αυτές οι αποφάσεις. Αυτός ο τύπος παρέμβασης και στρέβλωσης της αγοράς μέσων ενημέρωσης με γνώμονα την πολιτική είναι το αντίθετο της ορθής διαχείρισης.

«H λίστα Πέτσα είναι υποδειγματική της έλλειψης διαφάνειας»

● Οταν η εφημερίδα μας αποκάλυψε πως η ΕΥΠ παρακολουθεί απλούς πολίτες αλλά και δημοσιογράφους, η κυβέρνηση δεν διέψευσε ποτέ το ρεπορτάζ, αντιθέτως είπε πως η ΕΥΠ επιτελεί εθνικό έργο. Πώς τοποθετείται η έρευνά σας απέναντι σε αυτές τις αποκαλύψεις;

Οι αποκαλύψεις της «Εφ.Συν.» για την παρακολούθηση του Σταύρου Μαλιχούδη εγείρουν όχι μόνο σοβαρές ανησυχίες για την ιδιωτική ζωή, αλλά και ανησυχίες για παρεμβάσεις στο απόρρητο δημοσιογραφικών πηγών. Αυτό το θεμελιώδες στοιχείο της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης προστατεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η εντολή της ΕΥΠ είναι η διερεύνηση απειλών για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας. Πώς θα μπορούσε ποτέ η αναφορά για την εμπειρία ενός παιδιού πρόσφυγα σε καταυλισμό να αποτελέσει νόμιμο στόχο για τη συλλογή πληροφοριών; Κατά τη διάρκεια της διερευνητικής μας αποστολής, ακούσαμε ότι κανείς δεν εξεπλάγη με αυτή την παρακολούθηση. Ταυτόχρονα, η επιβεβαίωση αυτών των υποψιών είχε σαφώς ανατριχιαστικό αποτέλεσμα: οι δημοσιογράφοι μάς είπαν ότι χρησιμοποιούν λιγότερο το τηλέφωνο και ανησυχούν για το πώς η κατάσταση μπορεί να επηρεάσει τις πηγές τους.

● Πριν από λίγους μήνες είδαμε ένα πρωτοφανές περιστατικό με τον πρωθυπουργό να επιτίθεται φραστικά σε μια Ολλανδή δημοσιογράφο – επίθεση που εξελίχθηκε σε δολοφονία χαρακτήρα της Ιγκεμποργκ Μπέιγκελ από τα φιλικά στην κυβέρνηση μέσα. Θεωρείτε πως αντανακλά μια αντίληψη της κυβέρνησης για τους δημοσιογράφους; Πώς βλέπετε τη θέση των δημοσιογράφων στη χώρα συγκρίνοντάς τη με παλαιότερα;

Νομίζω ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ του πρωθυπουργού και της κ. Μπέιγκελ έδειξε αντιπάθεια για αιχμηρές και άμεσες ερωτήσεις. Υπό αυτή την έννοια, είναι ενδεικτικό για κάτι που ακούγαμε συχνά κατά τη διάρκεια της διερευνητικής αποστολής: αυτή η κυβέρνηση θέλει να ελέγξει το μήνυμα και δεν υπόκειται σε ανεξάρτητο έλεγχο.

Αυτό εξηγεί και την πρόσφατη εμβάθυνση της συστημικής κρίσης του ελληνικού μιντιακού τοπίου. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα δεν είναι νέα. Η τρέχουσα κατάσταση μπορεί να γίνει κατανοητή λαμβάνοντας υπόψη και τον μόνιμο αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης και τα ιστορικά προβλήματα λογοδοσίας των υπηρεσιών και του προσωπικού επιβολής του νόμου στην Ελλάδα.

● Η κυβέρνηση εκτός των οικονομικών χρησιμοποιεί και νομικά εργαλεία ώστε να ελέγξει τον Τύπο, όπως η αλλαγή στον Ποινικό Κώδικα για τα fake news. Εχετε την ίδια εντύπωση;

Οταν προτάθηκε η τροπολογία, εκφράσαμε ανησυχία για αυτές τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα. Πιστεύουμε ότι οι ασαφείς ορισμοί είναι ανοιχτοί σε κατάχρηση. Κατά τη διάρκεια της αποστολής, ρωτήσαμε τους συνομιλητές μας για το ανατριχιαστικό αποτέλεσμα των νέων διατάξεων. Κάποιοι είπαν ότι ανησυχούσαν προσωπικά για την πιθανότητα καταχρηστικής εφαρμογής, αλλά δεν συμμερίστηκαν όλοι αυτή τη γνώμη.

Σε κάθε περίπτωση, η τροπολογία είναι ενδεικτική μιας προβληματικής κατεύθυνσης στην Ελλάδα. Η εισαγωγή περιοριστικής νομοθεσίας φαίνεται να προτιμάται έναντι άλλων επιλογών για την καταπολέμηση των ψευδών ειδήσεων και της παραπληροφόρησης, για παράδειγμα η ενίσχυση της δεοντολογίας των μέσων ενημέρωσης ή η δημιουργία ανεξάρτητων επιτηρητών (watchdogs).

● Ενα φαινόμενο που ταλανίζει την ερευνητική δημοσιογραφία είναι και οι καταχρηστικές προσφυγές στη Δικαιοσύνη (SLAPPs) – θύμα έχει πέσει και η δική μας εφημερίδα. Ποια εικόνα έχετε αποκομίσει;

Οι στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού αποτελούν μια αυξανόμενη απειλή για τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους καθώς και για άλλες watchdog οργανώσεις. Σκοπός τους δεν είναι η επίλυση μιας νόμιμης δικαστικής διαφοράς. Αντίθετα, οι αιτούντες -που είναι ισχυρές και εύπορες ελίτ- επιχειρούν να εκφοβίσουν έναν δημοσιογράφο ώστε να αποσύρει ένα άρθρο ή να μην το δημοσιεύσει εξ αρχής.

Η απειλή μιας δαπανηρής, χρονοβόρας και αγχωτικής αγωγής οδηγεί ουσιαστικά σε λογοκρισία ή αυτολογοκρισία. Αυτό το φαινόμενο είναι σε έξαρση σε πολλές δικαιοδοσίες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Γι’ αυτό καλούμε την Ευρωπαϊκή Ενωση και την ελληνική κυβέρνηση να προωθήσουν νομικά και πολιτικά μέτρα κατά των SLAPPs και να παρέχουν νομικές διασφαλίσεις έναντι αυτού του είδους της νομικής κακοποίησης και υποστήριξη σε όσους στοχοποιούνται.

● Ποιες είναι συστάσεις και οι προτάσεις σας προς την ελληνική κυβέρνηση; Και είστε αισιόδοξοι πως θα εισακουστείτε;

Η έκθεση περιέχει δώδεκα συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές. Αν πρέπει να επισημάνω μόνο τρεις βασικές συστάσεις, είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να δημιουργήσει διαφάνεια στην κατανομή των κρατικών διαφημιστικών προϋπολογισμών και να στηρίξει και με άλλους τρόπους οικονομικά τα μέσα ενημέρωσης.

Επίσης, η σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ασφάλεια των δημοσιογράφων πρέπει να εφαρμοστεί· και η λογοδοσία του προσωπικού επιβολής του νόμου πρέπει να βελτιωθεί. Ελπίζω η έκθεσή μας να αποτελέσει ένα κάλεσμα αφύπνισης και να συμβάλει στη θετική αλλαγή, το ιδανικό θα ήταν να συμβεί αυτό αυθόρμητα από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης και εάν χρειαστεί, ύστερα από αυξημένη δέσμευση και πίεση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.


? Η έκθεση θα παρουσιαστεί διαδικτυακά στις 14.00 από τους Λόρενς Ούτινγκ, Senior Advocacy Officer του ECPMF, Ηλιάνα Παπαγγελή, διευθύντρια του Solomon, Ρενάτε Σρέντερ, διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (EFJ), Νίκο Σμυρναίο, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης, Ανε Τερ Ρέλερ, σύμβουλο στο IPI. Για να παρακολουθήσετε την εκδήλωση απαιτείται να δηλώσετε συμμετοχή (περισσότερα στο www.ecpmf.eu).