H παράδοση της «εθνικοφροσύνης» των μετεμφυλιακών χρόνων στη Θεσσαλονίκη με πρόσωπα και δυνάμεις που στρογγυλοκάθονται στην κενολογία της εξουσίας και ανασηκώνονται για εθνικιστικές κραυγές -κυρίως για παρασκηνιακές πρακτικές στιγματισμού και κυνηγητού του «εσωτερικού εχθρού»- είναι ζωντανή και θέλει να γίνει… λαογραφία.
Για όσους θέλουν απόδειξη, αυτή ήρθε χθες με την παραίτηση δέκα από τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Λαογραφικού Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας Θράκης (ΛΕΜΜΘ). Παραίτηση που συνοδεύεται με την καταγγελία για «διαρκή υπονόμευση», μέχρι και «λογοκρισία στον κατάλογο για το 2021» από δυνάμεις με λογική «νόμιμου ιδιοκτήτη του πατριωτισμού» και «επικυρωτές φρονημάτων»!!!
Η «επιχείρηση εκκαθάρισης» που είχε αρχίσει από το 2019 είχε τελικά εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στους παραιτηθέντες βρίσκονται ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος (Βασίλης Νιτσιάκος, καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννης Μάνος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) και τα τακτικά μέλη Ελένη Καλλιμοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (ταμίας), Ευτυχία Βουτυρά, καθηγήτρια (αφυπηρετήσασα Πανεπιστημίου Μακεδονίας) και Δημήτρης Αρκούδης (δικηγόρος).
Από τα αναπληρωματικά μέλη παραιτήθηκαν οι Ελευθερία Δέλτσου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βασιλική Κράββα, επίκουρη καθηγήτρια Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Σπύρος Γαρουνιάτης, οικονομολόγος, BSc-MSc-MPhil, Ρωξάνη Κωστατζίκη, δικηγόρος, και Ανδρέας Παπουκίδης, καθηγητής Φυσική Αγωγής με ειδικότητα στον Ελληνικό Παραδοσιακό Χορό. Στο Δ.Σ. του μουσείου παρέμειναν 2 τακτικά μέλη και μία αναπληρωματική.
Οι «θεματοφύλακες»
Στην επιστολή παραίτησης προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη οι δέκα σημειώνουν εισαγωγικά ότι γι’ αυτούς «ο απώτερος στόχος ενός μουσείου, γενικά, και του ΛΕΜΜΘ, ειδικά, δεν περιορίζεται στην απλή συγκέντρωση, συντήρηση, ταξινόμηση και έκθεση αντικειμένων καλλιτεχνικής, ιστορικής, εθνικής, εθνοτικής σημασίας», καθώς «ένα μουσείο αποτελεί πλαίσιο κοινωνικοποίησης και χώρο συνομιλίας με τις πολύπλευρες διαστάσεις του παρελθόντος, ενεργοποιώντας τούς επισκέπτες στη συμμετοχική παραγωγή της γνώσης».
Κόντρα σε αυτά, λοιπόν, όπως τονίζουν, «οι αποφάσεις και το έργο του Δ.Σ. υπονομεύτηκαν συστηματικά από προϋπάρχουσες ομαδώσεις μέσα στον χώρο του ΛΕΜΜΘ με κομματικές και ιδεολογικές διασυνδέσεις, που διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο θεματοφυλάκων “πατριωτισμού”. Επικαλούμενοι-ες προσχηματικά τον “εθνικό χαρακτήρα” του μουσείου, αναλαμβάνουν ρόλο επικυρωτή των φρονημάτων ατόμων και θεσμών και κατηγοριοποιούν πρόσωπα και δράσεις σε “πατριωτικές” και “μη πατριωτικές”, αντιμετωπίζοντας το ΛΕΜΜΘ ως ιδιοκτησιακό πεδίο ικανοποίησης προσωπικών και συλλογικών συμφερόντων».
Και σαν να μην έφταναν αυτά, «παράλληλα βιώσαμε τα τελευταία χρόνια τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις κρατικών θεσμών αναφορικά με τη διοικητική και λειτουργική επάρκεια του μουσείου». Οπως λένε ακόμη, «κατά τη διάρκεια της θητείας μας πορευτήκαμε με ευθύνη και δημοκρατικότητα στην αντιμετώπιση πολλαπλών προκλήσεων με στόχο όχι απλώς την υπέρβαση αλλά την εξάλειψη των παραπάνω παθογενειών», παρά ταύτα «οι πρόσφατες παρεμβάσεις στο έργο μας υπερβαίνουν κάθε όριο.
»Εχοντας επίγνωση της βαρύτητας της πράξης μας, ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΕΘΑ ΟΜΑΔΙΚΑ για να διαφυλάξουμε την επιστημονική, ακαδημαϊκή και ηθική ακεραιότητα που διέπει το διοικητικό και ερευνητικό μας έργο και το κύρος του ΛΕΜΜΘ ως δημοσίου θεσμού. Ευελπιστούμε η απόφασή μας αυτή να οδηγήσει σε μια ριζική επανεξέταση και αναθεώρηση πρακτικών που εκθέτουν το υπουργείο Πολιτισμού».
«Από την περίοδο των εκλογών του 2019 δρούσαν “μηχανισμοί” εντός και εκτός μουσείου, με διαρκείς καταστάσεις υπονόμευσης του έργου και των επιλογών του Διοικητικού Συμβουλίου» λέει στην «Εφ.Συν.» ο μέχρι χθες αντιπρόεδρος του μουσείου Ιωάννης Μάνος, σημειώνοντας ότι «πρόκειται για άτομα που θεωρούν εαυτόν θεματοφύλακες της ελληνικότητας, “ιδιοκτήτες” του μουσείου, όπως λέγαμε μεταξύ μας, σαν οδηγοί ενός τρένου πάνω στο οποίο επιλέγουν αυτοί ποιος θα ανεβεί και όποιος ανεβεί δεν μπορεί να έχει άλλη άποψη από τους οδηγούς, οπότε τον κατεβάζουν από την αμαξοστοιχία».
Οι «ύποπτοι»
Οταν τον ρωτάμε ποιες είναι οι «πρόσφατες παρεμβάσεις» που ξεχείλισαν το ποτήρι, απαντά κρυπτικά στην αρχή πως «δεν φτάνει που κάποιοι εμφανίζονται ως οι μοναδικοί που ξέρουν τι είναι πατριωτισμός, είναι κυρίως που θεωρούν όλους τους άλλους ύποπτους» κι όταν επιμένουμε μας λέει ότι «έγιναν λογοκριτικές παρεμβάσεις με παραποιήσεις σε κείμενο του καταλόγου που είχαμε ετοιμάσει για το 2021, για τα διακόσια χρόνια από την επανάσταση. Δεν επιθυμώ να δώσω άλλη συνέχεια, το προλάβαμε στο τυπογραφείο…».
Αλλοι παραιτηθέντες που μίλησαν στην εφημερίδα μας αρνήθηκαν επίσης να αναφερθούν σε ονόματα διότι «αν θέλαμε να κάνουμε φασαρία, θα κάναμε ΕΔΕ και θα πηγαίναμε την υπόθεση στα δικαστήρια. Δεν είμαστε αυτής της λογικής και αυτών των πρακτικών», ωστόσο «υπάρχουν αυτοί στη Θεσσαλονίκη που νοούν την επανάσταση του 1821 ως “τσολιαδάκια” και “Αμαλίες”, φανφάρες και κενολογίες δηλαδή. Δεν θέλουν το μουσείο επιστημονικό φορέα, το θέλουν εθνικιστικό μαυσωλείο».
