Αν ο πεζόδρομος της Ερμού ήταν πλατεία, θα ρίχνανε δακρυγόνα; Το ερώτημα είναι καθαρά ρητορικό. Ο κόσμος που (μισο)γέμισε χθες τον πιο κεντρικό εμπορικό δρόμο της πρωτεύουσας ήταν αρκετός. Οχι όμως τόσος ώστε να συνιστά «συνωστισμό», αφού, σύμφωνα με την κυβερνητική λογική, ο συνωστισμός αφορά μόνο όσους αράζουν με μπίρες σε παγκάκια και όχι όσους ψωνίζουν.
Ουρές και ουρίτσες σχηματίστηκαν από το πρωί, κυρίως έξω από μεγάλες αλυσίδες ρούχων και καλλυντικών, που άνοιξαν χθες πρώτη φορά μετά την επιβολή των περιοριστικών μέτρων, τηρώντας τους νέους κανόνες ασφαλείας. Ως αργά το απόγευμα, ώρα λήξης του συνεχούς ωραρίου των καταστημάτων του κέντρου, η κίνηση συνεχιζόταν σε σταθερούς αλλά όχι καταιγιστικούς ρυθμούς, με σύμμαχο τον καλό καιρό και τις εκπτωτικές προσφορές.
Νέοι άνθρωποι στην πλειονότητά τους, με τις γυναίκες να υπερτερούν, με εμφανή την απουσία τουριστών, προτίμησαν τα μαγαζιά του εμπορικού κέντρου της Αθήνας, περισσότερο για περατζάδα, παρά για ψώνια.
Ανεβασμένη ήταν η επισκεψιμότητα, όχι όμως και ο τζίρος στα συνοικιακά καταστήματα, σύμφωνα με τον Βασίλη Κορκίδη, πρόεδρο του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής και του Επιμελητηρίου Πειραιά. «Υπήρχαν πλατιά χαμόγελα, ήταν μια μέρα γιορτής περισσότερο από πλευράς ψυχολογίας, παρά σε εισπράξεις στα ταμεία».
Στα θετικά της ημέρας ο ίδιος συγκρατεί τη σχολαστική τήρηση των μέτρων υγιεινής από τους εμποροϋπαλλήλους και το κοινό και τη σχέση εμπιστοσύνης που δείχνουν οι κάτοικοι στα μαγαζιά της γειτονιάς τους.
«Αυτό που διαπιστώσαμε, από μια πρώτη έρευνα, είναι ότι όσοι έμπαιναν στα συνοικιακά καταστήματα αγόραζαν κάτι, έστω μικρό, για να δείξουν τη στήριξή τους στον έμπορο της γειτονιάς. Οι τοπικές αγορές κινήθηκαν ικανοποιητικά, καθώς πολλοί απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν μέσα μαζικής μεταφοράς».
Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, μεγαλύτερη κίνηση είχαν τα καταστήματα καλλυντικών και ακολουθούν τα καταστήματα ένδυσης, υπόδησης και οικιακών συσκευών. Ο τζίρος ήταν πεσμένος σε σχέση με την προ κορονοϊού περίοδο, με τις εισπράξεις να κινούνται από το 1/3 ώς το 50% του περσινού Μαΐου, αντανακλώντας τη στενότητα και την ανασφάλεια που επικρατεί στα οικονομικά των Ελλήνων.
«Η Ερμού έχει σχεδόν τον μισό κόσμο από ό,τι είχε πριν από την καραντίνα, το διπλάσιο όμως από την προηγούμενη Δευτέρα», μας επιβεβαιώνει εμπειρικά ο Στέφανος, μουσικός του δρόμου, που παίζει ηλεκτρική κιθάρα έξω από υποκατάστημα πολυεθνικής αλυσίδας ρούχων.
Με αντισηπτικά στην είσοδο και στα ταμεία, σεκιούριτι με μηχανήματα ηλεκτρονικής καταμέτρησης του κοινού, αυτοκόλλητες ταινίες στο δάπεδο για τήρηση των αποστάσεων, υπαλλήλους με μάσκες και κλειστά δοκιμαστήρια λειτούργησαν χθες τα μεγάλα καταστήματα λιανεμπορίου, που προσέλκυσαν και τον περισσότερο κόσμο.
Χαμογελαστοί αλλά συγκρατημένοι ήταν οι εμποροϋπάλληλοι των μικρότερων καταστημάτων, απαντώντας διπλωματικά στις ερωτήσεις «αν έχουν κίνηση», διπλά επιφυλακτικοί όταν δηλώναμε τη δημοσιογραφική ιδιότητα.
Το μίνι ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» στην Ερμού συνέπεσε με εξόρμηση του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας, οι οποίοι μοίραζαν προκηρύξεις με τίτλο «“Ανοίγουμε”… και το εργοδοτικό ξεσάλωμα στους εργασιακούς χώρους ξεκινάει!».
Οι εμποροϋπάλληλοι απαιτούν ενισχυμένα μέτρα υγιεινής και εργασιακά δικαιώματα, όπως «νομοθετική κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας, πλήρη απασχόληση για όλους, με 40ωρο-8ωρο-5ήμερο, τήρηση των ωραρίων ώστε να εξασφαλίζεται η ξεκούραση των εργαζομένων». Ακριβώς δηλαδή όσα σαρώνονται στο όνομα της ανάκαμψης της αγοράς μετά τον κορονοϊό.
Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι επανέρχεται από παράγοντες της αγοράς το αίτημα για «πιο ευέλικτο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων και επέκταση της κυριακάτικης λειτουργίας» με το επιχείρημα ότι έτσι μπορεί να αποφευχθεί ο συνωστισμός. Προς το παρόν, παραμένουν κλειστά εκπτωτικά χωριά και μεγάλα εμπορικά κέντρα, με εξαιρέσεις στον κανόνα, κάτι που προκάλεσε ενστάσεις και γκρίνια μεταξύ μεγάλων ανταγωνιστικών αλυσίδων.
