Εφτά συνεργάτες των βουλευτών της Ενωσης Κεντρώων κατέθεσαν έγγραφες καταγγελίες μεταξύ 3 και 6 Ιουνίου, αναγγέλλοντας «διακοπή εργασιακής σχέσης μετά από άτακτη καταγγελία» από τους βουλευτές, ζητώντας αποζημιώσεις! Αυτό μάλιστα συνέβη τις ίδιες ημέρες που είχε ξεσηκωθεί ο θόρυβος για τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Ο γ.γ. της Βουλής Κώστας Αθανασίου ζήτησε τότε εγγράφως τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου της Βουλής δεδομένου ότι:
«Σύμφωνα με το άρ. 4 εδάφ. β της υπ’ αριθμ. 4775/1982 απόφασης της Ολομέλειας για τη δημιουργία θεσμού Συνεργατών (γραμματέων) των βουλευτών (ΦΕΚ 137/Α/25.11.1982) όπως ισχύει, ορίζεται ότι η νόμιμη αποζημίωση καταβάλλεται σε περίπτωση καταγγελίας και λύσης μόνο της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που αντιστοιχεί στην υποχρέωση καταβολής των παραπάνω ποσών, όπως η υποχρέωση αυτή προσδιορίζεται ειδικότερα από τα άρθρα 4, 7 και 9 της απόφασης τούτης», επισημαίνοντας ότι «η υποχρέωση της Βουλής ισχύει και για ένα μήνα μετά την αποβολή της βουλευτικής ιδιότητας» («Εφ.Συν.» 16/6).
Τελικά χθες δόθηκε η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου, η οποία μεταξύ άλλων ξεκαθαρίζει ότι καμιά αποζημίωση δεν δικαιούνται οι συνεργάτες των βουλευτών του Β. Λεβέντη.
Συγκεκριμένα: «Οι άτακτες αυτές καταγγελίες, στις οποίες προέβησαν οι βουλευτές μετά την ανακοίνωση, στις 26 Μαΐου, της πρόθεσης του πρωθυπουργού να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την άμεση και πρόωρη προκήρυξη εκλογών, μετά την ολοκλήρωση του β’ γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών, όπως και έγινε στις 11.6.2019 (Π.Δ. 56/2019 ΦΕΚ 97/Α/11.06.2019), λίγες δηλαδή μέρες πριν την πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου η οποία είχε γνωστοποιηθεί και τη συνακόλουθη αυτοδίκαιη λήξη των επίμαχων συμβάσεων, χωρίς τη συνδρομή και την επίκληση σπουδαίου λόγου, με προφανή σκοπό την καταβολή αποζημίωσης (πέραν του ποσού που ορίζεται στο άρθρο 7 της προαναφερθείσας 4775/1982 απόφασης του προέδρου της Βουλής), ασκήθηκαν καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς είναι άκυρες ως καταχρηστικές, με αποτέλεσμα οι επίμαχες συμβάσεις να εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους».
