Αισιόδοξοι για την περιβαλλοντική-οικολογική κατάσταση στον Σαρωνικό σε ύδατα και βυθό και για την εξέλιξή της, μετά την πετρελαιοκηλίδα του «Αγία Ζώνη ΙΙ» που έπληξε στις 10 Σεπτεμβρίου την περιοχή, εμφανίστηκαν στην Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής οι επιστήμονες του ΕΛΚΕΘΕ, οι οποίοι παρουσίασαν συνοπτικά αποτελέσματα των αναλύσεων των πετρελαϊκών υδρογονανθράκων στην παράκτια ζώνη και στην ανοιχτή θάλασσα του Σαρωνικού κόλπου. Η άποψη των επιστημόνων του Κέντρου είναι ότι δεν μιλάμε για καταστροφή ούτε για εκτεταμένη ρύπανση, ενώ την πληροφορία που είδε το φως της δημοσιότητας ότι υπάρχει ένα μαύρο σεντόνι κάτω στον πυθμένα και θα κάνει 30 χρόνια να εξαφανιστεί τη χαρακτήρισαν «αναληθή».
Στους ολικούς πετρελαϊκούς υδρογονάνθρακες και στην πορεία των αναλύσεων που έχει κάνει το ΕΛΚΕΘΕ μετά το ναυάγιο αναφέρθηκε ο μεταδιδακτορικός ερευνητής Κων. Παρινός: Στις δύο βασικές περιοχές όπου ήταν έντονη η επιβάρυνση, στο Ελληνικό και στη Γλυφάδα, στις 18/9 οι συγκεντρώσεις ήταν πολύ υψηλές, με εξαίρεση την τέταρτη μαρίνα της Γλυφάδας.
Οσο προχωρούσαν οι ημέρες και οι διαδικασίες της απορρύπανσης, τα επίπεδα αυτά σταδιακά μειώνονταν. Στις 4/12, που έγινε η τελευταία δειγματοληψία, οι συγκεντρώσεις ήταν φυσιολογικές. Στα Σελήνια και στην Κυνόσουρα στις 29/9 οι συγκεντρώσεις ήταν πολύ υψηλές. Στις 4/12, οπότε έγινε η τελευταία δειγματοληψία, αφού είχαν ολοκληρωθεί και οι εργασίες καθαρισμού, οι συγκεντρώσεις κυμάνθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα.
Στον ανοιχτό Σαρωνικό έγινε δειγματοληψία σε έξι βάθη κοντά στο ναυάγιο. Και στις δύο δειγματοληψίες (Σεπτέμβρη και μέσα Νοεμβρίου) τα επίπεδα των ολικών πετρελαϊκών υδρογονανθράκων στη στήλη του νερού κυμάνθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα.
Τα ιζήματα
Οσον αφορά τα ιζήματα, τα δείγματα που ελήφθησαν αναλύθηκαν μοριακά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπάρχει ήπια επιβάρυνση από το συμβάν σε τέσσερις σταθμούς κοντά στο ναυάγιο, ανοιχτά της Γλυφάδας, του Αγίου Κοσμά και του Παλαιού Φαλήρου.
Εχει γίνει και δεύτερη δειγματοληψία ιζημάτων τον Νοέμβριο, τα αποτελέσματα και η ερμηνεία των οποίων θα ανακοινωθούν στις 20 Δεκεμβρίου. Την ανάγκη να ερευνηθεί ο πυθμένας με οπτικά μέσα επισήμανε ο διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας, Αριστομένης Καραγεωργής, λέγοντας χαρακτηριστικά:
«Δεν μπορούμε να κλείσουμε το θέμα και να πούμε ότι δεν υπάρχει πουθενά πετρέλαιο στον πυθμένα, διότι δεν έχουμε κοιτάξει τον πυθμένα με οπτικά μέσα». Εξήγησε ότι πρέπει να γίνει επίσκεψη στον βυθό μ’ ένα ρομποτικό σύστημα, το οποίο λέγεται ARV remote operate vehicle, που διαθέτει το ΕΛΚΕΘΕ, προκειμένου να γίνουν διαδρομές από τη μεριά του ατυχήματος μέχρι την ακτή της Αττικής για οπτική παρατήρηση μέχρι και τα 90 μέτρα βάθος, ενώ για τα πιο ρηχά υπάρχει ένα άλλο σύστημα που λέγεται Drop camera.
«Είμαστε άτυχοι που έγινε αυτό το ατύχημα και τυχεροί που δεν έγινε καταστροφή», ανέφερε και συμπλήρωσε πως εάν το ατύχημα γινόταν σε άλλη περιοχή δεν θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν τόσο άμεσα γιατί δεν έχουν τέτοιους μηχανισμούς αντίδρασης και το κόστος είναι τεράστιο.
Την άποψή του ότι δεν επρόκειτο για «οικολογική καταστροφή», όπως είχε υποστηρίξει από την αρχή του ατυχήματος, επανέλαβε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σωκράτης Φάμελλος, τονίζοντας ότι η λέξη καταστροφή σημαίνει αναντίστρεπτες επιπτώσεις στο οικοσύστημα και δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. «Είναι ωραία τα μεγάλα λόγια και τα εξώφυλλα στις εφημερίδες, αλλά όταν διαψεύδεται κάποιος μέσα σε δύο μήνες, είναι καταστροφικό για την πολιτική του αξιοπιστία», πρόσθεσε.
