Τρεις εβδομάδες μετά το «κανόνι» της ιδιωτικής τράπεζας βλαστοκυττάρων Stem Health, οι 30.000 και πλέον γονείς που εμπιστεύτηκαν το γενετικό υλικό των παιδιών τους στην εταιρεία και το οποίο φυλάσσεται σε χώρο του Ομίλου Υγεία δεν έχουν καμία επιπλέον επίσημη ενημέρωση αναφορικά με την κατάσταση των μοσχευμάτων, αλλά και το τι μέλλει γενέσθαι για την περίπτωσή τους.
Με συνεχόμενα ρεπορτάζ η «Εφ.Συν.» επιχείρησε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα για τη συγκεκριμένη εταιρεία, για το καθεστώς φύλαξης των μοσχευμάτων έως και λίγο πριν η Stem βάλει λουκέτο και το -κυριότερο- για την ουσιαστικά άναρχη κατάσταση που επικρατεί στην αγορά βλαστοκυττάρων στην Ελλάδα.
Ολα αυτά, την ώρα που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η έρευνα του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ) στους χώρους του Ομίλου Υγεία και έχουν τεθεί σοβαρά ερωτήματα από τους επιθεωρητές σχετικά με τη συνεργασία του με τη Stem, τους τρόπους αποθήκευσης και συντήρησης, τις άδειες λειτουργίας -αν τελικά υπήρχαν- και γενικότερα την όλη κατάσταση που επικρατούσε εκεί.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.», οι επιθεωρητές εισήλθαν στον χώρο στον οποίο ο Ομιλος Υγεία διατεινόταν πως δεν έχει πρόσβαση, με τα κλειδιά που βρίσκονταν από την πρώτη στιγμή εκεί και παρόντος υπαλλήλου της Stem Health.
Οπως γίνεται αντιληπτό, η υπόθεση της Stem έχει προκαλέσει μια σοβαρή επικοινωνιακή ζημιά και στις υπόλοιπες ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο.
Κάποιοι επιχειρηματίες μάλιστα φρόντισαν με ανακοινώσεις τους να ταράξουν ακόμη περισσότερο τα ήδη θολωμένα νερά, επιχειρώντας να προσφέρουν άμεσα «λύση» στο πρόβλημα των 30.000 γονέων.
Ο κλάδος, ομολογουμένως, βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ειδικά από τον προηγούμενο Μάρτιο, όταν το υπουργείο Υγείας με μια τροπολογία έβαλε εξαιρετικά αυστηρούς κανόνες στη λειτουργία των ιδιωτικών τραπεζών.
«Δεν είναι θέμα αυστηρότητας, αλλά αντισυνταγματικότητας», λέει στην «Εφ.Συν.» ο πρόεδρος της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών Ομφαλοπλακουντιακού Αίματος (ΕΕΤΟΑ), Γιώργος Καραβάνας. Μάλιστα η ΕΕΤΟΑ έχει προχωρήσει σε αίτηση ακύρωσης της τροπολογίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
O κ. Καραβάνας μάς ενημέρωσε πως ουδέποτε η Stem ήταν μέλος της Ενωσης και πως η ΕΕΤΟΑ έχει προχωρήσει από την αρχή της σύστασής της στη δημιουργία ειδικού λογαριασμού στον οποίο συνεισφέρουν όλα τα μέλη της και έχει στόχο να διασφαλίσει τα μοσχεύματα σε περίπτωση που μια εταιρεία-μέλος αντιμετωπίσει προβλήματα όπως η Stem.
Παράλληλα ο κ. Καραβάνας τονίζει πως «τόσο τα μέλη της ΕΕΤΟΑ ξεχωριστά όσο και το σωματείο ως σύνολο προτίθενται να βοηθήσουν αυτή και τους γονείς που την εμπιστεύθηκαν, για τη διάσωση των φυλαγμένων δειγμάτων και της καλής φήμης του κλάδου».
Σε ερώτησή μας πώς θα γίνει αυτό, η απάντηση είναι η εξής:
«Η ΕΕΤΟΑ θα καταθέσει συνολική πρόταση διάσωσης του συνόλου των δειγμάτων, την οποία σκοπεύει να κοινοποιήσει τόσο στα εμπλεκόμενα μέρη (εταιρεία και μαιευτήριο όπου το εργαστήριο εδρεύει) όσο και στους γονείς που φυλάσσουν τα δείγματά τους εκεί.
»Είναι σημαντικό όλοι οι γονείς να γνωρίζουν πως, εφόσον τα δείγματα συντηρούνται ορθά μέχρι σήμερα, υπάρχει ασφαλής και βιώσιμη λύση στο πρόβλημα. Για τη λύση αυτή, βεβαίως, πολύτιμη θα είναι και η συμβολή της διοίκησης της εταιρείας, που βρίσκεται σε δυσκολία (σ.σ. Stem). Την προτρέπουμε να έρθει σε επαφή μαζί μας».
Πρόστιμα από το παρελθόν
Εδώ βέβαια πρέπει να πούμε πως δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ομιλος Υγεία γίνεται αποδέκτης ελέγχων των αρμόδιων μηχανισμών του κράτους για το θέμα «βλαστοκύτταρα».
Ας θυμηθούμε τρεις υποθέσεις που είχαν περάσει «στα ψιλά» της δημοσιότητας, πριν από επτά χρόνια (Μάιος 2010), και αφορούν αντίστοιχα γενναία χρηματικά πρόστιμα από τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή στα μαιευτήρια «Μητέρα» και «Λητώ», ύψους 165.000 και 90.000 ευρώ αντίστοιχα. Κατά την ίδια περίοδο πρόστιμο είχε επιβληθεί και στο «Ιασώ», ύψους 180.000 ευρώ.
Ο λόγος που επιβλήθηκαν τα πρόστιμα αυτά είναι επειδή τα ανωτέρω μαιευτήρια χρέωναν αδιαφανώς και καταχρηστικά στις μητέρες που τα επέλεγαν για να γεννήσουν τη συλλογή των βλαστοκυττάρων, με ποσά που κυμαίνονταν από 225 έως και 350 ευρώ.
Το εντυπωσιακό είναι πως τα μαιευτήρια επέβαλλαν τη χρέωση αυτή ακόμα και στις περιπτώσεις που οι μητέρες επιθυμούσαν να κάνουν δωρεά τα βλαστοκύτταρα στη δημόσια τράπεζα.
Τα μαιευτήρια δεν ενημέρωναν, ως όφειλαν, ποιες ενέργειες καλύπτει αυτή η χρέωση, την ώρα που ήταν γνωστό πως για τη λήψη του ομφαλοπλακουντιακού αίματος δεν χρειαζόταν καμία πρόσθετη επέμβαση, ενώ τα υλικά της συσκευασίας τα έδινε ο εκπρόσωπος της ιδιωτικής ή της δημόσιας τράπεζας, ο οποίος -συνήθως- το παρελάμβανε επιτόπου. Η χρέωση από τα μαιευτήρια γινόταν στο τέλος όταν οι γονείς ετοιμάζονταν να φύγουν από το μαιευτήριο.
Η ιστορία όμως δεν αφορούσε αποκλειστικά τις χρεώσεις στους γονείς. Πήγαινε πιο πέρα κι έφτανε στον αθέμιτο ανταγωνισμό των μαιευτηρίων, τα οποία ήδη διατηρούσαν δικές τους εταιρείες βλαστοκυττάρων εις βάρος των άλλων ιδιωτικών τραπεζών που βρίσκονταν απ’ έξω.
Ενα χαρακτηριστικό δείγμα, που περιγράφει το μπάχαλο που επικρατούσε εξ αρχής στη συγκεκριμένη αγορά, είναι η εισήγηση του Συνηγόρου του Καταναλωτή με ημερομηνία 1η Ιουνίου 2010, που αναφέρει χαρακτηριστικά πως απευθύνθηκε και ζήτησε τη συμβολή τους για το θέμα στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, τη διεύθυνση Ιδιωτικών Κλινικών του υπουργείου Υγείας αλλά και στο Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (ΚΕΣΥ), χωρίς ουδέποτε να λάβει απάντηση.
