Διάβασα το άρθρο με τίτλο «Ο σεξισμός καλά κρατεί» (31/03/2017) του κ. Βασ. Φούσκα. Φαίνεται ότι ο αρθρογράφος βλέπει στο θέμα αυτό εφιάλτες κατεστημένων συμφερόντων και κυκλωμάτων δικηγορίας που θησαυρίζουν.
Φαίνεται επίσης να αγνοεί ότι εκτός από την επιμέλεια του παιδιού υπάρχουν και άλλα ζητήματα που ανήκουν στη γονική μέριμνα και δικαιολογούν τη σχετική διάκριση, την οποία χαρακτηρίζει, περιφρονητικά, λόγω της άγνοιάς του αυτής, «ελληνικά νομικά τερτίπια».
Οσο για το πράγματι κρίσιμο θέμα του τόπου της κατοικίας του παιδιού σε περίπτωση διαζυγίου, ο αρθρογράφος εισηγείται την εναλλακτική κατοικία όπου τα παιδιά θα διανυκτερεύουν ίδιες ημέρες της εβδομάδας με τον καθένα από τους γονείς, δηλαδή τα παιδιά θα αλλάζουν κάθε εβδομάδα κατοικία, π.χ. στα μέσα της εβδομάδας. Και αν οι γονείς μένουν σε διαφορετική πόλη, θα ταξιδεύουν τα παιδιά δύο φορές την εβδομάδα (μετάβαση και επιστροφή) σε διαφορετική πόλη!
Δεν αρνούμαι ότι η εναλλακτική αυτή κατοικία θα μπορούσε σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να είναι η καλύτερη λύση.
Το ελληνικό δίκαιο δίνει το δικαίωμα στον δικαστή να προβλέψει τέτοια άσκηση κοινής επιμέλειας ή, πολύ περισσότερο, να προβλέψει μία μεν κατοικία για το παιδί, με κατά τα λοιπά κοινή επιμέλεια (η καλύτερη κατά τη γνώμη μου λύση, όταν δεν κρίνεται σκόπιμη -όπως μάλλον κατά κανόνα θα συμβαίνει- η εναλλαγή της κατοικίας).
Αλλά ο δικαστής είναι που θα κρίνει τούτο σε κάθε ατομική περίπτωση.
Είναι ο μόνος που μπορεί να λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες που χαρακτηρίζουν την κάθε φορά κρινόμενη υπόθεση.
Η νομοθετική γενίκευση που θα επέβαλλε τη λύση αυτή στον δικαστή θα αγνοούσε ακριβώς τις ατομικές συνθήκες που μπορεί να διαφοροποιούν τη μία περίπτωση από την άλλη.
Στην ατομική περίπτωση κρίνεται τελικά τι συμφέρει το παιδί και αυτό μπορεί να το αποφασίσει ο δικαστής (αρμόδιος για την εξατομικεύουσα δικαιοσύνη, που είναι σημαντική διάσταση της Δικαιοσύνης) και όχι ο νομοθέτης (αρμόδιος για τη γενικεύουσα δικαιοσύνη).
Γι’ αυτό, το ελληνικό δίκαιο (και όχι μόνο) αφήνει, μέσω ιδίως γενικών ρητρών, ευρέα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας στον δικαστή.
Η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει ισοπεδωτική μεταχείριση όλων των περιπτώσεων, αλλά ίση μεταχείριση των όμοιων περιπτώσεων.
Η εντύπωσή μου από το άρθρο είναι ότι ο αρθρογράφος εκφράζει (ίσως ακούσια) μια ανδροκρατική αντίληψη (κίνηση που έχει τα τελευταία χρόνια διάδοση στην Ελλάδα), η οποία υπό το πρόσχημα της ισότητας (την οποία όμως εννοούν κατά τρόπο παραγνωρίζοντα τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης) θέλει να εμποδίσει τον δικαστή να δίνει την επιμέλεια στη μητέρα ακόμη και όταν κρίνει, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, ότι τούτο επιβάλλεται στην εξεταζόμενη υπόθεση.
*Ακαδημαϊκός και πρώην υπουργός
