Ενα από τα αρχιτεκτονικά «διαμάντια» του κέντρου της πρωτεύουσας έχει εξαφανιστεί πίσω από τις σιδερένιες σκαλωσιές, οι οποίες δεν είναι μόνον ακαλαίσθητες, αλλά έχουν αχρηστεύσει το πεζοδρόμιο, δυσκολεύοντας τους πεζούς και τις… νεραντζιές που την άνοιξη έχουν την τιμητική τους.
Ο λόγος για την Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, στη διασταύρωση των οδών Κολοκοτρώνη και Ανθίμου Γαζή, δίπλα από το ιστορικό συγκρότημα της Παλιάς Βουλής, με το οποίο συνθέτουν ένα ενδιαφέρον δίπολο.
Εκλεισε… προσωρινά το 2004 για να γίνουν εργασίες συντήρησης και τα πολύτιμα αρχεία της μεταφέρθηκαν στο παλιό Καπνεργοστάσιο στην οδό Λένορμαν, που ανήκει στο Δημόσιο.
Επειτα από 12 χρόνια απραξίας φαίνεται πως φτάνει το πλήρωμα του χρόνου.
Η ανακαίνιση του κτιριακού συγκροτήματος εντάχθηκε στις προτεραιότητες του προέδρου της Βουλής Νίκου Βούτση, αφού η Μπενάκειος Βιβλιοθήκη αποτελεί ιδιοκτησία της εθνικής αντιπροσωπείας.
Το «πράσινο φως» δόθηκε πριν από λίγες ημέρες με την υπογραφή απόφασης του αρμόδιου υπουργού Περιβάλλοντος, Γιώργου Σταθάκη, με την οποία εγκρίθηκαν οι επιτρεπόμενες παρεμβάσεις.
Ηταν εκκρεμότητα που χρονολογείται από το 2012, όταν υποβλήθηκε η μελέτη για τα έργα που θα αποκαλύψουν το «φασκιωμένο» κτίριο και θα εκσυγχρονίσουν τις υποδομές της Βιβλιοθήκης, θα αναβαθμίσουν το ιστορικό κέντρο και στη φάση της κατασκευής θα εξασφαλίσουν εκατοντάδες θέσεις εργασίας.
2.600 τετραγωνικά
Είναι το πρώτο ιδιόκτητο «κεραμίδι» που απέκτησε η Βιβλιοθήκη της Βουλής, η οποία ιδρύθηκε το 1845 και για περισσότερα από πενήντα χρόνια στεγαζόταν σε νοικιασμένους και ανεπαρκείς χώρους της γύρω περιοχής.
Αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα και ημιυπόγειους χώρους, των οποίων η συνολική επιφάνεια ξεπερνά τα 2.600 τετραγωνικά.
Δίνει την εικόνα ενιαίου συνόλου, αλλά στην πραγματικότητα αποτελείται από τρία κτίρια, τα οποία χτίστηκαν σε διαφορετικές χρονολογίες, όπως αναφέρει στην τεκμηριωμένη μελέτη της η αρχιτέκτων Πέγκυ Δάρρα, από την τεχνική υπηρεσία της Βουλής, που έχει κάνει υπόθεση ζωής την ιστορία της Βιβλιοθήκης.
Τα δύο κτίρια ξεκίνησαν να κατασκευάζονται το 1911, πιθανότατα σε σχέδια των μηχανικών Πολίτη και Διαμαντίδη, όπως εντόπισε με την έρευνά της σε δημοσιεύματα της εποχής στην εφημερίδα «Αθήναι».
Το ενδιάμεσο είναι του 1926 και φέρει την υπογραφή του Χ. Χατζημιχάλη.
Ολοκληρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ, για να στεγάσει το πολύτιμο αρχείο του δημοτικιστή Γιάννη Ψυχάρη, που είχε αγοράσει το 1925 ο Εμμανουήλ Μπενάκης.
Η συλλογή, που εμπλουτίζεται συνεχώς με λογοτεχνικά και επιστημονικά έργα, συνέχισε τη λειτουργία της στους χώρους της οδού Κολοκοτρώνη και μετά το 1934, οπότε η κεντρική Βιβλιοθήκη της Βουλής μεταφέρθηκε στο ιστορικό κτίριο της πλατείας Συντάγματος.
Τον Ιανουάριο του 2004, με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, χαρακτηρίστηκε μνημείο, «διότι αποτελεί κτίριο κατασκευασμένο κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, με ενιαίο ύφος αρχιτεκτονικής έκφρασης και ενδιαφέροντα στοιχεία του ύστερου νεοκλασικισμού, σημαντικό για την ιστορία της αρχιτεκτονικής.
Επίσης είναι κτίριο συνδεδεμένο με την πνευματική ιστορία της Ελλάδας διότι στέγασε από τον χρόνο κατασκευής του τη σημαντικότερη ιστορική βιβλιοθήκη της χώρας».
Αρχιτεκτονικά «στολίδια»
Η φινέτσα του κτιριακού συγκροτήματος αποκαλύπτεται από τη μαρμάρινη κεντρική είσοδο επί της οδού Ανθίμου Γαζή και από το ιδιαίτερο στέγαστρο με μορφή κοχυλιού που είναι μια σύνθεση από ατόφιο μέταλλο και γυαλί.
Στο εσωτερικό ξεχωρίζει ο περιμετρικός εξώστης, ενώ οι μαρμάρινες σκάλες που συνδέουν τους ορόφους διαθέτουν κιγκλιδώματα με περίτεχνες παραστάσεις.
Σε μια από τις νεότερες ανακαινίσεις αποκαλύφθηκε ότι πίσω από τα επιχρίσματα υπήρχε ζωγραφικός διάκοσμος, που δημιουργήθηκε με την τεχνική της ξηρογραφίας (secco), ένα είδος ζωγραφικής πάνω σε στεγνό κονίαμα με τη χρήση οργανικών στοιχείων.
Καλύπτει τα ταβάνια με ροζέτες, διατρέχει με μαιάνδρους τη φρίζα, την περιμετρική ζώνη των τοίχων στο σημείο που συναντούν το ταβάνι, ενώ εμφανίζεται και σε διάφορα σημεία των τοίχων του κτιρίου.
Η πιο ξεχωριστή όμως είναι η πτέρυγα επί της οδού Κολοκοτρώνη, με τα στενόμακρα παράθυρα, που στεφανώνονται από νεοκλασικά στοιχεία και εναρμονίζονται με την αετωματική, νεοκλασικού ύφους, απόληξη της στέγης.
Η Πέγκυ Δάρρα μάς αποκαλύπτει και άλλο ένα τεχνικό μυστικό: το πολυώροφο μεταλλικό βιβλιοστάσιο, μαζί με την περιβάλλουσα λιθοδομή, έχει ενταχθεί στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου και έχει σχεδιαστεί να στηρίζει την οροφή του.
«Με την υπουργική απόφαση εγκρίθηκαν οι παρεμβάσεις στο κτιριακό συγκρότημα με γνώμονα τη διατήρηση της αυθεντικότητας του μνημείου», εξηγεί στην «Εφ.Συν.» η αρχιτέκτων-πολεοδόμος Ντόρα Γαλάνη, επικεφαλής της διεύθυνσης Αρχιτεκτονικής, Οικοδομικών Κανονισμών και Αδειοδοτήσεων του υπουργείου Περιβάλλοντος.
Παρεμβάσεις με σεβασμό
Στόχος της μελέτης είναι να διατηρηθούν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα αυθεντικά αρχιτεκτονικά του στοιχεία, που αφορούν όχι μόνο το εξωτερικό κέλυφος του κτιρίου, αλλά κυρίως την εσωτερική του οργάνωση και φυσιογνωμία.
Αυτό σημαίνει ότι, με σεβασμό σε όλες τις ιστορικές φάσεις του μνημείου, θα κατεδαφιστούν ορισμένες από τις νεότερες προσθήκες που δεν έχουν καλλιτεχνική αξία.
Θα διατηρηθούν πάντως ορισμένα νεότερα στοιχεία που καλύπτουν λειτουργικές ανάγκες της Βιβλιοθήκης ή συνδέονται με τα αυθεντικά μέρη του μνημείου.
Με την ίδια απόφαση, που υπογράφει ο Γ. Σταθάκης, εγκρίνεται και η προσθήκη εντευκτηρίου στην οροφή, αλλά σε μικρότερη επιφάνεια από την προτεινόμενη και σε σημείο που δεν θα είναι ορατή από τους διερχόμενους.
Με «μαγιά» 30.000 πολύτιμα βιβλία του γλωσσολόγου Γιάννη Ψυχάρη
Πυρήνας της Μπενάκειου Βιβλιοθήκης ήταν 30.000 πολύτιμα βιβλία της συλλογής του κορυφαίου γλωσσολόγου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, Γιάννη Ψυχάρη, που είχε αναγκαστεί να εκποιήσει.
Πήρε το όνομα του πολιτικού και επιχειρηματία Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος την είχε αγοράσει το 1925 έναντι 150.000 γαλλικών φράγκων και είχε χρηματοδοτήσει την κατασκευή της πτέρυγας που θα τα στέγαζε με τον όρο να μείνει η συλλογή αδιάσπαστη.
Εμπλουτίστηκε πολύ γρήγορα από άλλους 5.000 τόμους που δώρισε τρία χρόνια αργότερα ο πρωτοπόρος του δημοτικισμού και η Γαλλίδα σύζυγός του μετά τον θάνατό του.
Διαχειρίζεται επίσης το Αρχείο Ψυχάρη, που αποτελείται από 150.000 σελίδες και περιλαμβάνει επιστολές και τμήματα της εργογραφίας του.
Ηταν η καθοριστική «μαγιά» που την ενέταξε στον χώρο του πολιτισμού και των επιστημόνων, διαφοροποιώντας την από τις άλλες τρεις ενότητες της Βιβλιοθήκης της Βουλής.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Μπενάκειος εμπλουτίστηκε με δωρεές των πρωθυπουργών Γ. Καφαντάρη και Π. Τσαλδάρη, έγγραφα, βιβλία και έπιπλα του Χαρίλαου Τρικούπη.
Από τα νεότερα αποκτήματα ξεχωρίζουν προσωπικά αντικείμενα του Ανδρέα Παπανδρέου, βιβλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η δωρεά του Κωνσταντίνου Τσάτσου, αρχεία του Γ. Γεννηματά και της Βιργινίας Τσουδερού.
Το πολύτιμο υλικό, που ξεπερνά τους 180.000 τόμους, έχει ψηφιοποιηθεί και είναι πάντα διαθέσιμο στο κοινό.
