Υπάρχουν στιγμές που το σχολείο μοιάζει να μετακινείται από τον φυσικό του χώρο -την τάξη- σε έναν άλλο, πιο σκληρό και λιγότερο ορατό: αυτόν των πειθαρχικών συμβουλίων. Οι τελευταίες εξελίξεις με τις διώξεις εκπαιδευτικών επαναφέρουν με ένταση ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τους ίδιους, αλλά το σύνολο της κοινωνίας: πού τελειώνει η διοίκηση και πού αρχίζει η πίεση;
Η νέα παραπομπή της Χρύσας Χοτζόγλου στο Πειθαρχικό, σε συνδυασμό με την ήδη παρατεταμένη υπόθεσή της, αναδεικνύει μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί «κανονική». Οταν μια εκπαιδευτικός παραμένει για περισσότερο από έναν χρόνο σε καθεστώς αργίας και η διαδικασία επανέρχεται ξανά και ξανά, η έννοια της προσωρινότητας χάνει το νόημά της.

Την ίδια μέρα που συνεδριάζει το Πειθαρχικό με το ερώτημα της συνέχισης της Υπουργικής Απόφασης για τη δυνητική αργία της Χρύσας Χοτζόγλου για δεύτερη χρονιά, θα τεθεί το ίδιο ερώτημα, της δυνητικής αργίας, και για τον εκπαιδευτικό Δημήτρη Χαρτζουλάκη (πρώην μέλος του Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Πειραιά)! Ενώ λίγο αργότερα εκδικάζονται υποθέσεις εκπαιδευτικών για τη συμμετοχή στην απεργία-αποχή! Ο διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης, έχοντας μετατραπεί σε μηχανισμό εκφοβισμού και Πειθαρχικών εκπαιδευτικών, έχει πάρει φόρα και δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα. Είναι τέτοιο το εκδικητικό μένος, που υπερβαίνει τα όρια του κωμικοτραγικού.
Η υπόθεση του εκπαιδευτικού Δημήτρη Χαρτζουλάκη προσθέτει ακόμη μια ιδιαίτερη διάσταση. Ενας νεοδιόριστος εκπαιδευτικός, μετά από χρόνια εργασίας ως αναπληρωτής, βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο δυνητικής αργίας. Σύμφωνα με τις καταγγελίες και τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, η παραπομπή του συνδέεται με τη συμμετοχή του σε κινητοποιήσεις και τη συνδικαλιστική του δράση – δηλαδή με την έκφραση διαφωνίας απέναντι στην αξιολόγηση, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί σε συλλογικές αποφάσεις σωματείων.
Το στοιχείο αυτό, όπως και στην περίπτωση της Χρύσας Χοτζόγλου, είναι καθοριστικό. Οταν η συνδικαλιστική δράση γίνεται αντικείμενο πειθαρχικής ή ακόμη και ποινικής διερεύνησης, τότε το ζήτημα παύει να είναι υπηρεσιακό και γίνεται βαθιά δημοκρατικό.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι παραπομπές τριών εκπαιδευτικών από το Γαλάτσι, οι οποίες έρχονται να συμπληρώσουν μια εικόνα που για πολλούς στον χώρο της εκπαίδευσης μοιάζει να παγιώνεται: μια αυξανόμενη χρήση πειθαρχικών μηχανισμών απέναντι σε εκπαιδευτικούς που διαφοροποιούνται ή συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένες υποθέσεις. Οι αναφορές κάνουν λόγο για εκατοντάδες πειθαρχικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη συμμετοχή στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση. Ενα μέγεθος που από μόνο του προκαλεί ερωτήματα. Γιατί όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος του κλάδου βρίσκεται υπό διερεύνηση, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να είναι ατομικό. Είναι δομικό.
Πού οδηγεί η σκληρή γραμμή του υπουργείου
Οι εκπαιδευτικοί, μέσα σε αυτό το κλίμα, συνεχίζουν να εργάζονται. Να μπαίνουν στις τάξεις, να διδάσκουν, να στηρίζουν μαθητές. Αλλά το κάνουν με ένα επιπλέον βάρος: την αίσθηση ότι βρίσκονται υπό διαρκή επιτήρηση. Οτι κάθε τους ενέργεια μπορεί να ερμηνευτεί διαφορετικά. Οτι το περιθώριο για διαφωνία στενεύει.
Και αυτό έχει συνέπειες. Οχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και για το σχολείο ως χώρο. Γιατί η εκπαίδευση δεν λειτουργεί καλά σε συνθήκες φόβου. Δεν ευνοεί την πρωτοβουλία, τη δημιουργικότητα, την ουσιαστική παιδαγωγική σχέση. Αντίθετα, ενισχύει τη συμμόρφωση και την εσωστρέφεια.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η κινητοποίηση που έχουν προγραμματίσει η ΟΛΜΕ και τα εκπαιδευτικά σωματεία για τις 29 Απριλίου στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Αττικής αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλώς μια διαμαρτυρία για συγκεκριμένες υποθέσεις. Είναι μια συλλογική έκφραση ανησυχίας για την κατεύθυνση που παίρνει η εκπαίδευση. Και αυτή η αίσθηση, όταν γενικεύεται, γίνεται πρόβλημα. Γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο χώρος μετάδοσης γνώσης. Είναι χώρος διαμόρφωσης συνειδήσεων. Και οι συνειδήσεις δεν διαμορφώνονται μέσα σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχεί η καταστολή.
