ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
H κυβέρνηση διαλύει την καλλιτεχνική παιδεία, πολλαπλασιάζοντας υποκριτικά… το κρατικό «ενδιαφέρον» για τις σχετικές σπουδές, ενώ παράλληλα «σκοτώνει» την αριστεία που κάποτε διαφήμιζε. Είναι το τελευταίο κυβερνητικό κατόρθωμα, ο νόμος με τον οποίο δημιουργείται «Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις» (ΑΣΠΤ), που πολλαπλασιάζει παρά λύνει προβλήματα στο σύνολο των ΑΕΙ και ειδικά στην καλλιτεχνική παιδεία.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Θεσσαλονίκης στην οποία δημιουργείται τρίτο(!) Τμήμα Μουσικών Σπουδών στην πόλη, υπονομεύοντας μεταξύ άλλων τη λειτουργία τόσο του νέου όσο και των τμημάτων που λειτουργούν εδώ και χρόνια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (ΠΑΜΑΚ) και στο Αριστοτέλειο (ΑΠΘ).
«Βαθύ τραύμα»
Τα ατελείωτα προβλήματα που δημιουργούνται παρουσίασε χθες η Συσπείρωση Πανεπιστημιακών σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου στην οποία πήραν μέρος ο Γιώργος Ανδρουλάκης, καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, μέλος Εκτελεστικής Γραμματείας ΠΟΣΔΕΠ, η Σοφία Αυγητίδου, καθηγήτρια ΑΠΘ, μέλος Εκτελεστικής Γραμματείας ΠΟΣΔΕΠ, και ο Γιάννης Τουλής, καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, αντιπρόεδρος τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.
«Τα τελευταία χρόνια, οι ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας φαίνεται να επιδίδονται σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για το ποιος θα αφήσει το πιο βαθύ τραύμα στο σώμα του δημόσιου πανεπιστημίου, επιδιώκοντας μια υστεροφημία χτισμένη πάνω στα ερείπια της δημόσιας δωρεάν παιδείας», σημείωσε εισαγωγικά ο κ. Ανδρουλάκης, λέγοντας ότι ο νόμος που ψηφίστηκε «δεν είναι μια απλώς κακή ρύθμιση, είναι μια μεθοδευμένη διαδικασία που υπονομεύει κάθε έννοια διαβούλευσης και θεσμικής συνέπειας» αφού η κυβέρνηση προχώρησε ερήμην της ακαδημαϊκής κοινότητας. Οπως παρατήρησε ο κ. Ανδρουλάκης, «ακόμη και το Εθνικό Θέατρο, που “απορροφάται” από τον νόμο, έχει εκφράσει δημόσια κριτική» και η μόνη λογική στη δημιουργία του είναι «η εξυπηρέτηση ημετέρων».
Η κ. Αυγητίδου εξήγησε πως οι κατ’ εξαίρεση ρυθμίσεις διαταράσσουν τον ακαδημαϊκό χάρτη και δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό, ιδιαίτερα σε βάρος των περιφερειακών πανεπιστημίων. Αυτές οι «εξαιρέσεις» θέτουν προβληματισμούς αν και «κατά πόσο είναι εφικτό ένα ανώτατο ίδρυμα να έχει εγκαταστάσεις σε δύο γεωγραφικά απομακρυσμένες και μη όμορες περιφέρειες, όπως γίνεται με την ίδρυση της νέας Σχολής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη», καθώς έτσι ανατρέπεται «η υφιστάμενη αρχή της ανάπτυξης των Πανεπιστημίων σε συνάρτηση με τις περιφέρειες στις οποίες εδρεύουν και δημιουργεί συνθήκες υπονόμευσης των υπολοίπων ΑΕΙ, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών πανεπιστημίων που ήδη αντιμετωπίζουν πολλαπλές προκλήσεις λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), της χαμηλής χρηματοδότησης και των περιορισμένων δομών φοιτητικής μέριμνας».
Οσο για τη «διακηρυγμένη “διακαλλιτεχνικότητα” του εγχειρήματος, ακυρώνεται στην πράξη όταν Τμήματα του ίδιου ιδρύματος τοποθετούνται σε πόλεις που απέχουν μεταξύ τους 500 χιλιόμετρα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις προβλέπεται η συνύπαρξη ομοειδών Τμημάτων στην ίδια πόλη χωρίς προφανή ακαδημαϊκή ή χωροταξική λογική»!
Επιπλέον, η κυβέρνηση που διακήρυττε την αριστεία τώρα δίνει τη δυνατότητα «εκλογής μελών ΔΕΠ χωρίς να έχουν ούτε έναν βασικό πανεπιστημιακό τίτλο»(!), ενώ παράλληλα θεσμοθετείται «καλλιτεχνικό συμβούλιο με αποφασιστικές αρμοδιότητες, το οποίο δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς τη διαφάνεια, την αξιοκρατία και την ισονομία των διαδικασιών».
Κατέληξε διερωτώμενη: α) «Για ποιους λόγους αίρεται η διάταξη μη μετακίνησης μελών ΔΕΠ από περιφερειακά σε κεντρικά πανεπιστήμια ειδικά για τη Σχολή Παραστατικών Τεχνών;» και β) «ποιους εξυπηρετεί αυτή η εξαίρεση και πόσο ωφελεί τα υπάρχοντα τμήματα ανώτατης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης;».
Ο κ. Τουλής από την πλευρά του εξήγησε γιατί οι εναλλακτικές προτάσεις των καλλιτεχνικών τμημάτων έπεσαν στο κενό και πώς ο νέος νόμος δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται ότι λύνει. Ο κ. Τουλής θύμισε πόσες σχολές (μουσικής, θεάτρου, κινηματογράφου) λειτουργούν τα τελευταία 30 χρόνια, σημειώνοντας αρχικά ότι «δεν είναι λογικό να ιδρυθούν δύο όμοιες σχολές στην ίδια πόλη και στο ίδιο ακαδημαϊκό ίδρυμα» και αναρωτήθηκε «γιατί δεν εξετάστηκε η απορρόφηση των σχολών του Εθνικού Θεάτρου, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης από υφιστάμενα ΑΕΙ που διαθέτουν ήδη συναφή αντικείμενα, προκειμένου να δημιουργηθούν κάθετες εκπαιδευτικές δομές», αφού έτσι θα ενισχυόταν η «ουσιαστική διασύνδεση της προ-κολεγιακής και ανώτερης εκπαίδευσης με την ανώτατη καλλιτεχνική εκπαίδευση».
Το brain drain
Σχολίασε σκωπτικά τα περί έλλειψης ανθρώπων με πανεπιστημιακά προσόντα αφού «υπάρχουν χιλιάδες πια απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων, καθώς και Ελληνες που σπούδασαν σε αναγνωρισμένα ιδρύματα του εξωτερικού, που διαπρέπουν διεθνώς».
«Σε μία εποχή που μιλούμε για το φαινόμενο του brain drain, ποιο ακριβώς μήνυμα στέλνουμε στους πολλούς νέους καλλιτέχνες που διαθέτουν ήδη πανεπιστημιακές περγαμηνές;» διερωτήθηκε ο κ. Τουλής, τονίζοντας «πώς είναι δυνατόν να εισάγονται υποψήφιοι μόνο με μία απλή αίτηση, όταν ακόμη και οι απόφοιτοι ΑΕΙ προκειμένου να εισαχθούν ξανά σε ΑΕΙ πρέπει να περάσουν διαδικασία κατατακτήριων εξετάσεων;».
