Η Αγέλαστη Πολιτεία παραμένει Αγέλαστη κι οι άρχοντες φωνάζουνε
«κι εσύ να σκάσεις δάσκαλε και να μην επιμένεις,
και στα μικρά άλλη φορά τραγούδια μη μαθαίνεις»
Σε νέα φάση κλιμάκωσης οδηγείται η αντιπαράθεση μεταξύ εκπαιδευτικών σωματείων και της διοίκησης της εκπαίδευσης, μετά την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αττικής να επιβάλει σε δύο εκπαιδευτικούς την ποινή της στέρησης μισθού ενός μήνα.
Οι δύο εκπαιδευτικοί υπηρετούσαν τη σχολική χρονιά 2022-2023 ως διευθυντές σχολικών μονάδων και συμμετείχαν στην απεργία-αποχή της ΕΛΜΕ Πειραιά από τα καθήκοντα μεντόρων και συντονιστών. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΜΕ Πειραιά, η απόφαση του Πειθαρχικού «δεν στηρίζεται νομικά» και «στοχεύει στην ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης». Από την πλευρά της διοίκησης δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής επίσημη τοποθέτηση.
Η υπόθεση αφορά την περίοδο εφαρμογής του θεσμού των μεντόρων και συντονιστών. Οι δύο εκπαιδευτικοί, ακολουθώντας τότε τις αποφάσεις της ΕΛΜΕ, δεν όρισαν πρόσωπα για τις θέσεις αυτές, επικαλούμενοι τη συμμετοχή τους στην κηρυγμένη απεργία-αποχή. Η κινητοποίηση δεν είχε προσβληθεί νομικά από το ΥΠΑΙΘΑ, κάτι που, όπως υποστηρίζει το σωματείο, σημαίνει ότι θεωρείται «ακόμη και σήμερα απολύτως νόμιμη».
Βαρύτατες ποινές
Η πειθαρχική διαδικασία οδηγήθηκε στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αττικής στις 30 Ιουνίου 2025. Σύμφωνα με την ΕΛΜΕ, η καθυστέρηση οφείλεται στο πλαίσιο του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, που προβλέπει ότι όταν μια υπόθεση εισαχθεί σε πειθαρχικό συμβούλιο, δεν επιστρέφεται πίσω στη Διεύθυνση.
Το σωματείο κάνει λόγο για «τρομοκρατική και αυθαίρετη» απόφαση, ενταγμένη -όπως αναφέρει- σε μια «ευρύτερη κυβερνητική στρατηγική περιορισμού των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων». Παράλληλα, σημειώνει ότι οι δύο εκπαιδευτικοί δεν είχαν δικαίωμα ένστασης λόγω του ότι η ποινή θεωρείται η χαμηλότερη δυνατή στο υφιστάμενο πειθαρχικό πλαίσιο.
Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα πλαίσιο έντονης συζήτησης για το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο, το οποίο προβλέπει βαρύτατες ποινές, από καθυστερήσεις μισθολογικής εξέλιξης έως μεγάλα χρηματικά πρόστιμα ή ακόμη και οριστική παύση. Η ΕΛΜΕ υποστηρίζει ότι το νέο πλαίσιο επιτρέπει την πειθαρχική δίωξη για «οποιαδήποτε κριτική ή διαφωνία» προς την πολιτική ηγεσία, ενώ επισημαίνει ότι στην περιοχή του Πειραιά «δεκάδες εκπαιδευτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με πειθαρχικές ή ποινικές διαδικασίες για συνδικαλιστική δράση».
Πρόκειται για απόφαση που εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης της Ν.Δ. που, χωρίς να κρατάει ούτε καν τα προσχήματα, θέτει ευθέως στο στόχαστρο την πολιτική και συνδικαλιστική δράση, μετατρέπει την κάθε αγωνιστική διεκδίκηση, ακόμα και την κριτική στην πολιτική ηγεσία, σε πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία τιμωρούνται με στέρηση μισθών και μισθολογικής εξέλιξης, ακόμα και με πρόστιμα δεκάδων χιλιάδων ευρώ και φυσικά οριστική παύση και απόλυση (βλέπε νέο Πειθαρχικό Δίκαιο)! Αποτελεί το απαύγασμα όλων των εξαγγελιών της κυβέρνησης του τελευταίου διαστήματος και με το βλέμμα στη συνταγματική αναθεώρηση. Αλλωστε, πριν από λίγο καιρό ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι θα κριθεί αναθεωρητέο το άρθρο 103 του Συντάγματος, που αφορά την κατοχύρωση της μονιμότητας των υπαλλήλων στο Δημόσιο.
«Δεν τρομοκρατούμαστε, δεν μας φοβίζουν», σημειώνει το εκπαιδευτικό σωματείο! «Ποντάρουν μόνο στον φόβο και την τρομοκρατία, γιατί δεν τους έχει μείνει τίποτα άλλο. Θα συνεχίσουμε τον αγώνα για την ανατροπή της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής, για να παρθούν πίσω όλες οι διώξεις και οι ποινές που έχουν επιβληθεί. Καλούμε όλους τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες να πάρουν θαρρετά μέρος τόσο στην απεργία-αποχή από την ατομική αξιολόγηση όσο και από μέντορες-συντονιστές!».
Τι σηματοδοτεί
Για τους εργαζομένους στην εκπαίδευση, το ζήτημα αφορά κάτι ευρύτερο από τη συγκεκριμένη ποινή. Αγγίζει:
1. Το δικαίωμα συμμετοχής σε νόμιμη απεργία-αποχή. Η ύπαρξη της ποινής, ακόμη κι αν πέσει στο Εφετείο, δημιουργεί ερωτήματα για την πρακτική εφαρμογή των συνδικαλιστικών ελευθεριών.
2. Τη σχέση διοίκησης – σχολικών μονάδων. Οι διευθυντές σχολείων βρίσκονται συχνά ανάμεσα σε δύο γραμμές: θεσμικές υποχρεώσεις και συλλογικές αποφάσεις των σωματείων.
3. Την τάση αυστηροποίησης του Πειθαρχικού Δικαίου.
Η συζήτηση αυτή επηρεάζει όχι μόνο την εκπαίδευση αλλά το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών. Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών θα δείξουν κατά πόσο παρόμοιες αποφάσεις θα πολλαπλασιαστούν ή αν θα υπάρξει αναδίπλωση. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση λειτουργεί ως «τεστ αντοχής» για τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εκπαιδευτικής κοινότητας και διοίκησης. Και, όπως θα έλεγε ο Μπρεχτ, «οι καιροί δεν περιμένουν» – οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο μιας επίθεσης στα δικαιώματά τους που αφορά όχι μόνο τους ίδιους αλλά και το δημόσιο σχολείο ως θεσμό.
