ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αννα Ανδριτσάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν έχουν τέλος τα σκάνδαλα που κρύβει το νομοθετικό τερατούργημα του υπουργείου Παιδείας το οποίο συζητείται αυτές τις ημέρες στη Βουλή. Στην ακολουθία των αποκαλύψεων της «Εφ.Συν.» για την αδειοδότηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων (βλ. κολεγίων) παίρνουν σειρά τα δημόσια πανεπιστήμια και η παράβλεψη σημαντικών αρνητικών γνωμοδοτήσεων για την πειθαρχική ασφυξία που επιχειρείται στα ελληνικά ΑΕΙ.

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή Ελλάδος (ΟΚΕ), νομοθετικά κατοχυρωμένο γνωμοδοτικό όργανο του κράτους, συνέταξε μια έκθεση-κόλαφο για την πολιτική και νομική κατάχρηση κανόνων δικαίου και σχέσεων κράτους-πολίτη από την κυβέρνηση. Καλούμενη να γνωμοδοτήσει επί του σχεδίου νόμου, προβαίνει σε σκληρές επικρίσεις των εισαγόμενων ρυθμίσεων, σε βαθμό που θέτει ζήτημα «παραβίασης της θεμελιώδους αρχής του ποινικού και πειθαρχικού δικαίου».

Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη γνωμοδότηση-υπόδειγμα νομοθετικής, επιστημονικής και κοινωνικής τοποθέτησης, «δημιουργείται στον δημόσιο τομέα ένα ειδικό αυστηροποιημένο πειθαρχικό και ποινικό καθεστώς» το οποίο «δεν δικαιολογείται» καθώς δεν υπάρχει «ειδική κυριαρχική σχέση με το Κράτος»! Οι φοιτητές, τονίζεται, «δεν μισθοδοτούνται από το κράτος, δεν είναι όργανα του κρατικού μηχανισμού, για τα οποία προβλέπεται η ύπαρξη πειθαρχικών διατάξεων. Αντίθετα, είναι πολίτες δικαιούχοι δωρεάν δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».

Ακόμα, παραλληλίζει πολλά «πειθαρχικά παραπτώματα» (ρύπανση και ηχορύπανση) με πειθαρχικές κυρώσεις που παραπέμπουν σε «στρατιωτική θητεία» ενώ επισημαίνει την παράλογη ταύτιση ποινής «για μια πράξη λ.χ. συλλογικής διαμαρτυρίας σε πανεπιστημιακό όργανο με τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης του 187 Π.Κ.».

«Δεν είναι ζήτημα μόνο συναίνεσης, φαίνεται ότι ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τους αρμόδιους φορείς ως εν δυνάμει εχθρούς και όχι ως συνεργάτες και θεσμικούς παράγοντες» επισημαίνεται στη γνωμοδότηση που υπογράφουν νομικοί και επιστημονικοί σύμβουλοι οι οποίοι έχουν υποδειχθεί από τα κόμματα.

Στις εργασίες της Επιτροπής συμμετείχαν ως εμπειρογνώμονες ο Αλέξης Κόπτσης (!), τέως γ.γ. Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας του υπουργείου Παιδείας και νυν περιφερειακός διευθυντής Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, ο καθηγητής του Παντείου Ευάγγελος Κουμαριανός, ο διευθυντής Μειονοτικών Σχολείων Δημήτριος Ντούμος και ο δικηγόρος Αθλητικού Δικαίου Θεόφιλος Σημαιοφορίδης. Τον επιστημονικό συντονισμό είχε ο Δημήτρης Μπίμπας, επιστημονικός συνεργάτης της ΟΚΕ. Ο μόνος, πάντως, που θα πρέπει να προσπάθησε πολύ ώστε να ξεχάσει αυτή τη γνωμοδότηση είναι σίγουρα ο κ. Κόπτσης. Δεν του έφυγε κουβέντα.

Οι δύο αρχικές επισημάνσεις της γνωμοδότησης δίνουν αμέσως το στίγμα: Η πρώτη θίγει την απουσία αιτιολογικής έκθεσης και κρίνει ανεπαρκή τον χρόνο για την επεξεργασία του νομοθετικού υλικού. Η δεύτερη θέτει θέμα «κακής νομοθέτησης» εξαιτίας «της ετερογένειας των διατάξεων και του κατακερματισμού των ρυθμίσεων» που «σε συνδυασμό με την αποσπασματική διαδικασία διαβούλευσης κινδυνεύει να οδηγήσει σε ακυρωτικές πράξεις και σε πιθανή νέα αναθεώρηση της σχετικής νομοθεσίας στο εγγύς μέλλον».

Σε ό,τι αφορά τις παρατηρήσεις ανά άρθρο, είναι η μία πιο αυστηρή από την άλλη.

● Για τα πειθαρχικά:

Αναιρείται η αναγκαιότητα της «άκριτης ποινικής αυστηροποίησης», επισημαίνεται η έλλειψη τεκμηρίωσης της «αύξησης εγκληματικότητας» που επικαλείται η κυβέρνηση για να προωθήσει το επίμαχο σχέδιο νόμου, ενώ τονίζεται ότι έχει αγνοηθεί η «υποστελέχωση των ΑΕΙ που αυξάνει το διοικητικό έργο με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί κίνδυνος λαθεμένης ή πλημμελούς εφαρμογής της νομοθεσίας».

Συγκεκριμένα:

«Α) Είναι πλέον τεκμηριωμένο στο 552 [12] χώρο της εγκληματολογικής μελέτης παραβατικών φαινομένων ότι η αυστηροποίηση των ποινών δεν έχει ιδιαίτερο προληπτικό και αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Είναι αντιπαραγωγική η λογική που διαπνέει ορισμένες από τις προτεινόμενες διατάξεις όπως αυτή της άκριτης ποινικής αυστηροποίησης, η οποία μάλιστα επέρχεται χωρίς την αναγκαία προηγούμενη διαβούλευση με τον νομικό και επιστημονικό κόσμο. Η επίδειξη σκληρότητας και μηδενικής ανοχής απέναντι σε ένα αμφιβόλου έκτασης πεδίο παραβατικότητας δεν συμβάλλει στη μείωση της εγκληματικότητας.

»Β) Με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου δεν τεκμηριώνεται η αύξηση της εγκληματικότητας, ούτε η σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων εντός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

»Γ) Δεν νοείται νομοθέτηση χωρίς να έχουν αξιολογηθεί για τα αποτελέσματα της εφαρμογής ή τους λόγους μη εφαρμογής τους οι ήδη ισχύουσες και μη εφαρμοσθείσες διατάξεις, ιδίως δε όταν ακολουθείται η ίδια πρακτική υιοθέτησης λύσεων με τις οποίες είναι αντίθετη η πανεπιστημιακή κοινότητα. Αν η πανεπιστημιακή κοινότητα διαφωνεί έντονα, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις των οργάνων τους, γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων θα ακολουθήσει την τύχη των προηγούμενων. Δεν είναι ζήτημα μόνο συναίνεσης, φαίνεται ότι ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τους αρμόδιους φορείς ως εν δυνάμει εχθρούς και όχι ως συνεργάτες και θεσμικούς παράγοντες.

»Δ) Δημιουργείται ένα ειδικό αυστηροποιημένο πειθαρχικό και ποινικό καθεστώς στη λειτουργία του δημόσιου τομέα χωρίς να υπάρχει ειδική κυριαρχική σχέση με το Κράτος. Oι φοιτητές δεν έχουν τέτοιου είδους σχέση με το κράτος ώστε να δικαιολογείται αυτό το αυστηροποιημένο πειθαρχικό δίκαιο. Οι φοιτητές δεν μισθοδοτούνται από το κράτος, δεν υπάρχει ανάγκη πειθαρχίας, δεν είναι όργανα του κρατικού μηχανισμού, όπως είναι οι αστυνομικοί, οι στρατιωτικοί ή οι δημόσιοι υπάλληλοι, για τους οποίους προβλέπεται η ύπαρξη πειθαρχικών διατάξεων. Αντίθετα, είναι πολίτες δικαιούχοι δωρεάν δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

»Ε) Τα παραπτώματα είναι τόσο αόριστα διατυπωμένα που παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή του ποινικού και πειθαρχικού δικαίου η οποία προβλέπει ότι τα αδικήματα και τα πειθαρχικά 558 [18] παραπτώματα πρέπει να είναι με απόλυτη σαφήνεια διατυπωμένα, ώστε να μην μπορούν να γίνουν αντικείμενο καταχρήσεων.

»ΣΤ) Είναι αντισυνταγματική η πρόβλεψη για την αυτοδίκαιη προσωρινή απώλεια της φοιτητικής ιδιότητα σε περίπτωση ποινικής δίωξης σε βάρος φοιτητή και επιβολής περιοριστικού όρου ή σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης σε βάρος φοιτητή για τη διάπραξη εγκλήματος της παρ. 6 του άρθρου 168 του Π.Κ. Πρόκειται για ευθεία παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, εφόσον απλή οριστική πρωτόδικη απόφαση αρκεί για να έχει τέτοιες επιπτώσεις στη ζωή του φοιτητή και δη αυτοδικαίως».

● Για τις διαγραφές:

«Α) Αναθεωρείται εκ νέου το ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ανώτερα όρια φοίτησης στις πανεπιστημιακές σχολές. Η συζήτηση αυτή όμως είναι ήδη πεπερασμένη και δεν δύναται να στηρίζεται σε μια ατζέντα που αγνοεί σύγχρονες παραδοχές της μετα-κρίσης, που συνδέονται με σύγχρονους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, όπως τα υψηλά ενοίκια στις φοιτητουπόλεις, την αδυναμία εύρεσης στέγης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε τουριστικές περιοχές, την έλλειψη πρόσβασης για την κάλυψη βασικών αναγκών (όπως σίτιση, πρόσβαση σε διαδίκτυο, βιβλιοθήκες) στις μεγάλες πόλεις.

»Β) Η πολυπλοκότητα των ρυθμίσεων καταλήγουν εν τέλει να δημιουργούν μεγαλύτερο όγκο γραφειοκρατίας και ενδεχόμενης συνδιαλλαγής στους χώρους της πανεπιστημιακής ζωής από όσο φόρτο παράγει το μοναδικό δικαίωμα που μπορεί να διατηρεί ο “αιώνιος” φοιτητής, τη συμμετοχή του δηλαδή στην εξεταστική περίοδο.

»Γ) Το Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά ως ένας μηχανισμός ομαλής μετάβασης προς την αγορά εργασίας (και αυτός ο ρόλος είναι επίσης σημαντικός) ή μηχανισμός καταστολής της αποτυχίας, αλλά αποτελεί για πολλές περιπτώσεις κοινωνικό καταφύγιο, μηχανισμό κοινωνικής κινητικότητας και απορρόφησης προσωπικών και κοινωνικών εντάσεων, αλλά και όχημα ένταξης και επανένταξης στον ευρύτερο δημόσιο βίο».

? Φοιτητικοί σύλλογοι από όλη τη χώρα συντονίζονται για το συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, αύριο Πέμπτη, ημέρα συζήτησης του σχεδίου νόμου στην Ολομέλεια της Βουλής.