ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Ζαφειρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις αρχές Νοεμβρίου, η είδηση για την 78χρονη Σοφία Παπουλίδου-Ρωμνάκη από τη Ρόδο, που επέστρεψε στα θρανία ύστερα από 64 χρόνια, έγινε ανάρπαστη στα κανάλια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ανθρώπινο success story, όμως, επικάλυψε τον θεσμό χάρη στον οποίο έγινε εφικτή η επιστροφή στο σχολείο. Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) είναι μια πετυχημένη και ανθεκτική εκπαιδευτική καινοτομία, που ξεκίνησε το 2000 και παρέχει τη δυνατότητα σε ενήλικες, 18 ετών και άνω, που δεν έχουν ολοκληρώσει την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, να συνεχίσουν τις σπουδές τους και να αποκτήσουν τίτλο ισότιμο με το απολυτήριο του Γυμνασίου.

Κι όμως, 23 χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή τους, τα ΣΔΕ, συμπεριληπτικά σχολεία με ομαδοσυνεργατικό πνεύμα, που στήθηκαν κυρίως με το μεράκι αρκετών εκπαιδευτικών και διευθυντών αλλά και ως υποχρέωση υιοθέτησης ευρωπαϊκής οδηγίας, θεωρούνται όχι πλέον ως σχολεία δεύτερης ευκαιρίας αλλά ως σχολεία για μαθητές δεύτερης κατηγορίας, αντιμετωπίζοντας πολυεπίπεδα προβλήματα. Φέτος, σε όλη τη χώρα λειτουργούν 67 σχολεία δεύτερης ευκαιρίας εκτός σωφρονιστικών καταστημάτων, με τουλάχιστον 4.322 εκπαιδευόμενους, και άλλα 12 μέσα στις φυλακές, με 720 μαθητές.

Στην επιτυχημένη διαδικτυακή ημερίδα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (τη Δευτέρα), παρουσιάστηκε μια έρευνα καταγραφής δεικτών και μεγεθών που αποτυπώνουν τη σημερινή πραγματικότητα των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας και μια ειδική μεγάλη έρευνα πεδίου που διεξάγεται πρώτη φορά και αφορά τη διαρροή των εκπαιδευόμενων από αυτά. Μια έρευνα που χρειάστηκε έναν χρόνο επίπονης συλλογής στοιχείων, μέσω προσωπικών συνεντεύξεων, με την ιδιαιτερότητα του σεβασμού των προσωπικών δεδομένων της ερωτώμενων (μέσος όρος ηλικίας τα 46 χρόνια).

Οι βασικοί λόγοι συμμετοχής στα ΣΔΕ, σύμφωνα με τους μαθητές, είναι ο εμπλουτισμός των γνώσεών τους (51%), η χρησιμότητα στην αναζήτηση εργασίας (48,4%) αλλά και η ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους (11,3%). Πρόκειται για ανθρώπους που δηλώνουν ότι είχαν διακόψει το σχολείο για λόγους δυσκολιών μάθησης («δεν έπαιρνα τα γράμματα» λέει το 22,6%), λόγω άρνησης παρακολούθησης (22,6%) αλλά και γιατί έπρεπε να απασχοληθούν στην οικογενειακή επιχείρηση (16%) ή έπρεπε να δουλέψουν κάπου αλλού (16%). Είναι όλοι αυτοί για τους οποίους ο ομότιμος καθηγητής Επιμόρφωσης και Εκπαιδευτικής Πολιτικής Πανεπιστημίου Πατρών, Δημήτρης Βεργίδης, ψυχή των ΣΔΕ στη χώρα, είπε: «Είναι το σχολείο που τους εγκατέλειψε, δεν τo εγκατάλειψαν αυτοί. Τώρα ζούμε μια δεύτερη εγκατάλειψη, γιατί τα ΣΔΕ υποχρηματοδοτούνται. Αυτά τα σχολεία είναι μια δεύτερη ευκαιρία και για μας τους καθηγητές. Ομως, πλέον, λείπει η ειδική κατάρτιση των καθηγητών που διδάσκουν σε αυτά. Παράλληλα, μια σειρά υπουργικών αποφάσεων συρρίκνωσαν την αρχική φιλοσοφία του θεσμού».

Σύμφωνα με την ειδική έρευνα που παρουσιάστηκε από τον Μανώλη Κουτουζή (κοσμήτορας Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών ΕΑΠ) και τις συνεργάτριές του, Αναστασία Παπαδοπούλου και Αθηνά Χαλκιαδάκη, οι δύο βασικοί λόγοι της διαρροής από τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας είναι οι επαγγελματικές υποχρεώσεις των εκπαιδευόμενων και η έλλειψη χρόνου. Το 45% των μαθητών στα ΣΔΕ εστιάζει στο πόσο μακριά βρίσκονται από τον τόπο κατοικίας του, ενώ το 37% όλων όσοι σταμάτησαν χαρακτηρίζουν άβολο το ωράριο λειτουργίας τους. Το ζήτημα της μεταφοράς στα σχολεία έφτασε πρόσφατα στη Βουλή, με κοινοβουλευτική ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς σχεδόν σε όλες τις περιφέρειες της χώρας υπάρχουν σοβαρότατα ζητήματα και η μεταφορά δεν καλύπτεται πλέον δωρεάν. Προβληματική -στο επίπεδο συντονισμού του θεσμού- κρίνεται και η «δυαρχία» που διέπει τη διακυβέρνηση των ΣΔΕ και, ειδικότερα, η σχέση ανάμεσα στη Γενική Γραμματεία Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Διά Βίου Μάθησης και το ΙΝΕΔΙΒΙΜ.

Ως προς τα επιθυμητά χαρακτηριστικά των προγραμμάτων διά βίου εκπαίδευσης, οι εκπαιδευόμενοι ζητούν, εκτός από την παροχή γνώσεων, οι εκπαιδευτικοί να είναι κατάλληλα καταρτισμένοι στην εκπαίδευση ενηλίκων (94%), το πτυχίο να έχει πιστοποίηση κρατικού φορέα (87%), τα σχολεία να είναι κοντά στον τόπο κατοικίας (81%), τα προγράμματα να έχουν πρακτική εφαρμογή (81%) και να έχουν σχετικά μικρή διάρκεια (64%). Στα θετικά των ΣΔΕ οι μαθητές αναφέρουν την ευκαιρία για κοινωνικές συναναστροφές και γνωριμίες αλλά και τη μείωση της ανεργίας, ενώ το 88% τα θεωρεί «κοινωνική κατάκτηση». Στον αντίποδα, το 72% αναφέρει πως τα ΣΔΕ αποτελούν ένα μέσο για να ενσταλαχθεί η κυρίαρχη ιδεολογία, ενώ το 45% των ερωτώμενων θεωρεί πως προσφέρουν τυποποιημένες γνώσεις και όχι ουσιαστική παιδεία.

Το μεγαλύτερο ποσοστό διαρροής από τα σχολεία δεύτερης ηλικίας εντοπίζεται στις μικρές ηλικίες (18-22 χρόνων) και στους άνδρες, ανέφερε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Νίκος Φωτόπουλος, επιστημονικός διευθυντής του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ. Σημείωσε πως η πλειονότητα (91%) θεωρούσε ότι τα προσόντα που είχε αντιστοιχούσαν στην εργασία τους, κάτι που δείχνει ότι ένιωθαν πως δεν μπορούσαν να βρουν κάτι καλύτερο πριν πάνε στα ΣΔΕ.

«Υπάρχει τεράστιο πρόβλημα με τις υποδομές αυτών των σχολείων. Τα ΣΔΕ δεν έχουν δικά τους κτίρια, τα σχολεία με τα οποία συστεγαζόμαστε δεν μας παραχωρούν χώρους και εξοπλισμό, δεν έχουμε υπολογιστές, οθόνες για βιντεοπροβολές, ενώ η σύνδεση στο ίντερνετ -όταν υπάρχει- συνήθως σέρνεται», εξήγησε ο καθηγητής Ιωάννης Κακουλίδης. Ο ίδιος πρόσθεσε πως οι ωρομίσθιοι που έρχονται σε αυτά τα σχολεία έχουν ελάχιστες ώρες διδασκαλίας, το κάνουν ως δεύτερη και τρίτη δουλειά και μετά φεύγουν. Παράλληλα, μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των αποσπασμένων και αυξάνεται αυτός των ωρομίσθιων, οι οποίοι συνήθως προσλαμβάνονται με τουλάχιστον 3 μήνες καθυστέρηση. Ενδεικτικό της τάσης εγκατάλειψης είναι το γεγονός πως σε πολλά ΣΔΕ οι εκπαιδευόμενοι αναγκάζονται να καθαρίζουν μόνοι τους τους χώρους, ενώ οι καθηγητές βάζουν χρήματα από την τσέπη τους για τα αναλώσιμα.

Την ανάγκη επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών στα ΣΔΕ υπογράμμισε η Πιέρα Λευθεριώτου (ΣΕΠ Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), καθώς πλέον «έχει αλλάξει το προφίλ των εκπαιδευομένων και έρχονται πολλοί πρόσφυγες σε αυτά -που μπορεί και να έχουν πτυχίο στη χώρα τους- κυρίως για να μάθουν ελληνικά». Παράλληλα, επισήμανε -και σε αυτό συμφώνησαν όλοι οι ομιλητές- ότι αποτελεί αναγκαιότητα η επέκταση και η διεύρυνση της μεθοδολογικής και ποιοτικής συνέχειας των ΣΔΕ με την ίδρυση λυκείων δεύτερης ευκαιρίας, που θα λειτουργήσουν και εντός φυλακών.

Στα ΣΔΕ φοιτούν μαθητές που προέρχονται από οικονομικά – πολιτισμικά μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, πρόσφυγες, Ρομά, φυλακισμένοι. Η υποβάθμισή τους (έλλειψη οργανικών θέσεων, καθυστερήσεις στην έναρξη των μαθημάτων, μη εκπαίδευση εργαζομένων, προβλήματα υποδομών και προσβασιμότητας κ.ά.) συνιστά μια σιωπηρή πράξη κοινωνικής αναλγησίας από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας και του Ιδρύματος Νεολαίας και Διά βίου Μάθησης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ) που είναι αρμόδιο για τη λειτουργία τους. Και όλα αυτά ενώ, σύμφωνα µε επίσημα στοιχεία, περίπου το 50% των Ελλήνων όλων των ηλικιών δεν έχει ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, ενώ για τις ηλικίες 12-24 ετών, περίπου το 15% έχει «διαρρεύσει» πρόωρα από το εκπαιδευτικό σύστημα. Ωστόσο, οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές των σχολείων δεύτερης ευκαιρίας, ταυτισμένοι με τον θεσμό και ψυχικά συνδεδεμένοι με τη διαδικασία, δείχνουν, όπως φάνηκε στην ημερίδα του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, πως θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία αναβάθμισης και επανεκκίνησης.