Υπάρχουν σχολεία όπου το μάθημα δεν βασίζεται στα σχολικά εγχειρίδια, όπου οι μαθητές δεν παρακολουθούν σιωπηλοί τον εκπαιδευτικό να λύνει στον πίνακα ασκήσεις, όπου η μουσική, ο χορός και η τέχνη αποτελούν απαραίτητα στοιχεία του μαθήματος.
Υπάρχουν σχολεία όπου δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ελεύθερη έκφραση μέσα από τις τέχνες, τη δημιουργικότητα και την ενασχόληση με περιβαλλοντικές δράσεις, βάζοντας στην άκρη το σύστημα των ανταγωνιστικών διαγωνισμάτων και της βαθμολόγησης.
Ενα τέτοιο σχολείο θα λειτουργήσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Σεπτέμβριο, με τάξεις προνηπίου και Νηπιαγωγείου αλλά και Δημοτικού.
Πρόκειται για το Τριανέμι, ένα σχολείο που ιδρύθηκε από το «Σωματείο Τριανέμι», στο οποίο συμμετέχουν γονείς και εκπαιδευτικοί και εμπνέεται από την παράδοση των σχολείων Waldorf-Steiner.
«Το σχολείο που οραματιζόμαστε είναι ένα ζωντανό κοινωνικό κύτταρο. Θέλουμε ένα σχολείο ελεύθερο και συνεργατικό, ευήκοο και γελαστό, έναν τόπο όπου η παιδαγωγική σέβεται τη διαφορετικότητα, καλλιεργεί την ελεύθερη βούληση και προετοιμάζει την αυτογνωσία, με έμφαση στο παιχνίδι και τη ζεστασιά, την αδελφοσύνη και την αυτάρκεια, το τρίπτυχο “χέρια-καρδιά-νους”, για ανθρώπους αυτόφωτους, επινοητικούς και δοτικούς, με γονείς και δασκάλους συμμετοχικούς, θεληματικούς και ενεργούς.
Θέλουμε όμως και μια τέτοια κοινωνία! Αναζητούμε να δημιουργήσουμε ένα σχολείο που θα λειτουργήσει ως θερμοκήπιο ιδεών, σχέσεων και παιδαγωγικών πρακτικών με ευρύτερη εφαρμογή στην εκπαίδευση και στην πραγματική ζωή», διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση.
Επισκεφθήκαμε τον υπό κατασκευή χώρο και συνομιλήσαμε με την Αλίκη Αγγελίδου, μητέρα και συνιδρύτρια του σχολείου, η οποία μας περιέγραψε το πλαίσιο λειτουργίας του: «Το Τριανέμι κάνει μια διαφορετική παιδαγωγική και κοινωνική πρόταση. Είναι ένα αυτοδιοικούμενο σχολείο. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια μονοπρόσωπη δομή, αλλά για μια συλλογικότητα γονέων και παιδαγωγών. Παρά το γεγονός ότι ουσιαστικά είμαστε ένα συνεταιριστικό σχολείο, το νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα μάς αναγκάζει να λειτουργήσουμε μόνο ως ιδιωτικό σχολείο, αποκλείοντας την κρατική επιχορήγηση».
«Θα έχει δίδακτρα δηλαδή;», ρωτάμε.
«Για το Νηπιαγωγείο είναι 3.300 ευρώ τον χρόνο και 4.500 ευρώ για το Δημοτικό, αντίστοιχα. Ωστόσο θα εφαρμοστεί μια πολιτική διαβαθμισμένων διδάκτρων ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των γονέων», μας λέει, εξηγώντας ότι το αρχικό κόστος της επένδυσης, που αφορά κυρίως τη διαμόρφωση του κτιρίου, καλύφθηκε από την ιδρυτική ομάδα του σχολείου (20 άτομα), ενώ οι εργασίες προχωρούν χάρη στην εθελοντική εργασία που προσφέρουν γονείς και εκπαιδευτικοί, αλλά και χάρη στις συνέργειες και τις επιδοτήσεις από τη διεθνή κοινότητα των σχολείων Waldorf.
Παρά το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει δοθεί επίσημα η άδεια λειτουργίας από το υπουργείο Παιδείας, αρκετοί γονείς έχουν εκφράσει ενδιαφέρον, με ορισμένους να έχουν ήδη προχωρήσει σε προεγγραφή των παιδιών τους.
Τι είναι τα ανοιχτά σχολεία

Τι είναι όμως τα ανοιχτά σχολεία Waldorf-Steiner;
Η εκπαίδευση Waldorf-Steiner βασίζεται στην εκπαιδευτική φιλοσοφία του Ρούντολφ Στάινερ, πατέρα της Ανθρωποσοφίας, η οποία συνδυάζει θρησκευτικές ιδέες από την Απω Ανατολή με πτυχές του χριστιανισμού, του ζωροαστρισμού και του γνωστικισμού.
Η παιδαγωγική του μέθοδος δίνει έμφαση στη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την πρακτική μάθηση με έναν μυστικισμό, που διατρέχει όλα τα μαθήματα, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών και της επιστήμης.
Ο Στάινερ ενσωμάτωσε στοιχεία χορού και σωματικής έκφρασης («ευρυθμία») στη διδασκαλία του, θεωρώντας ότι τα στοιχεία αυτά βοηθούν στην προσωπική και την πνευματική ανάπτυξη των μαθητών, ενώ υποστηρίζει ότι η αναλυτική σκέψη είναι ακατάλληλη, ακόμη και επικίνδυνη, στις μικρές ηλικίες.
Πώς τα παραπάνω μπορούν να λειτουργήσουν στην ελληνική πραγματικότητα;
«Τόσο οι κατευθυντήριες γραμμές του εκπαιδευτικού νόμου όσο και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών είναι συμβατά με τις αρχές της παιδαγωγικής Waldorf», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η Σάντρα Μαυροειδή, δασκάλα, μητέρα και συνιδρύτρια του σχολείου και μας εξηγεί:
«Ουσιαστικά πρόκειται για μια ζωντανή συνομιλία των αναλυτικών προγραμμάτων μας με την καρδιά της παιδαγωγικής αυτής.
Τα παιδιά θα μάθουν και να γράφουν και να διαβάζουν και να κάνουν πράξεις. Απλά επιλέγουμε έναν διαφορετικό τρόπο να τους τα διδάξουμε.
Θα μάθουν να γράφουν ζωγραφίζοντας, να διαβάζουν τραγουδώντας και να προσθέτουν παίζοντας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το μάθημα της γλώσσας της Α’ Δημοτικού.
Ο δάσκαλος εισάγει τα γράμματα μέσα από την αφήγηση μιας ιστορία. Μέσα από αυτή θα αναδυθεί το σύμβολο του γράμματος.
Ζητά από τους μαθητές να ζωγραφίσουν και έτσι το παιδί θα φτάσει τελικά να γράψει το γράμμα.
Στις πρώτες τάξεις ο ρυθμός είναι πιο αργός και δίνεται μεγάλη έμφαση στο ρυθμικό παιχνίδι, το οποίο και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του μαθήματος.
Στο ρυθμικό παιχνίδι τα παιδιά είναι όρθια σε κύκλο, τραγουδούν ρυθμικά και κάνουν κινήσεις με τα χέρια τους.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν καλλιεργούνται μόνο οι νοητικές τους διεργασίες, αλλά συμμετέχει στη διαδικασία και το σώμα, τρέφοντας έτσι τα συναισθήματα και την ψυχή τους. Τα βιβλία έρχονται σε δεύτερο χρόνο».
Το βασικό πρόγραμμα της ημέρας περιλαμβάνει τη διδασκαλία των μαθημάτων του ωρολόγιου προγράμματος, μία ξένη γλώσσα (αγγλικά ή γερμανικά), ένα μάθημα τέχνης (εικαστικά, μουσική, θέατρο) και κίνησης (γυμναστική, χορός) και ολοκληρώνεται στις 14.00 με τον «κύκλο της τάξης», ένα μισάωρο συζήτησης και σχεδιασμού για το μέλλον.
Στο Δημοτικό θα λειτουργεί ολοήμερο πρόγραμμα, μέχρι τις 16.30, όπου τα παιδιά θα δουλεύουν στον κήπο του σχολείου, θα κάνουν δραστηριότητες χειροτεχνίας και θα μελετούν.
Η Αλίκη Αγγελίδου μάς μιλάει για την πρώτη επαφή που είχε με την εν λόγω παιδαγωγική:
«Πάμε πίσω, στα φοιτητικά μου χρόνια. Τότε, γνώρισα ανθρώπους που είχαν τελειώσει σχολεία Waldorf-Steiner και θαύμαζα τις ποιότητες που είχε αναδείξει η εν λόγω μέθοδος σε αυτούς. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε και η αγάπη με την οποία μιλούσαν για το σχολείο τους, κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου συνηθισμένο να ακούς από μαθητές συμβατικών σχολείων».
Η Μυρτώ Αντωνοπούλου σκέφτεται να εγγράψει την κόρη της στο σχολείο όταν θα είναι στην κατάλληλη ηλικία.
«Δεν γνώριζα τίποτα σχετικά με την παιδαγωγική Waldorf, μέχρι που πριν από τρία χρόνια πήγα την κόρη μου στον παιδόκηπο “Καρυδιά”, που ακολουθεί την εν λόγω μέθοδο. Πλέον νιώθω ότι έχουμε αλλάξει κι εμείς οι ίδιοι ως γονείς. Μάθαμε τη συμμετοχικότητα και την αλληλεγγύη», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η Μ. Αντωνοπούλου.
Η κριτική

Μπορεί για την Ελλάδα να είναι κάτι πρωτόγνωρο, αλλά στο εξωτερικό, όπου τέτοια σχολεία λειτουργούν εδώ και σχεδόν έναν αιώνα (το πρώτο σχολείο Waldorf λειτούργησε το 1919 στη Στουτγάρδη της Γερμανίας και σήμερα μετράμε πάνω από 1.000 σχολεία σε περισσότερες από 60 χώρες), έχει υπάρξει μεγάλη συζήτηση γύρω από τις εφαρμοσμένες μεθόδους και τα θετικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα της εν λόγω παιδαγωγικής.
Βέβαια, έχει ασκηθεί και κριτική, η οποία πηγάζει κατά βάση από τις ιδιαίτερες απόψεις του πνευματικού πατέρα αυτών των σχολείων.
Ο Αυστριακός Ρούντολφ Στάινερ άφησε ένα τεράστιο έργο που καλύπτει από τη βιοδυναμική καλλιέργεια μέχρι την εναλλακτική ιατρική, ευρέως γνωστό και ως «Ανθρωποσοφία».
Η εκπαιδευτική του φιλοσοφία βασίζεται στην ιδέα ότι δραστηριότητες σαν την κατασκευή μοντέλων με υλικά όπως το κερί και το ξύλο και η ενασχόληση με δουλειές όπως το σκούπισμα και το ψήσιμο ψωμιού εναρμονίζονται με τους φυσικούς ρυθμούς των παιδιών, ενώ υποστηρίζει ότι η πνευματική αφύπνιση στις μικρές ηλικίες εξασθενεί τις ζωτικές δυνάμεις του παιδιού οδηγώντας στην εκδήλωση ασθενειών.
Ο Στάινερ πίστευε ότι τόσο οι ασθένειες όσο και η υπερνίκησή τους έχουν τις ρίζες τους σε προηγούμενες ζωές και ως εκ τούτου ο εμβολιασμός αντίκειται στη λογική αυτή.
Σημειώνεται ότι η διεθνής κοινότητα των σχολείων Waldorf-Steiner (Steiner Waldorf Schools Fellowship – SWSF) δεν ακολουθεί καμία επίσημη πολιτική ως προς τον εμβολιασμό των μαθητών και υποστηρίζει ότι αυτό είναι επιλογή των γονέων.
Κι όλα αυτά τη στιγμή που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και αποδίδει την έξαρση των -μέχρι τώρα- ξεχασμένων ασθενειών στα κινήματα κατά των εμβολίων.
Οι μαθητές των σχολείων Waldorf-Steiner γράφουν και διαβάζουν τα δικά τους κείμενα, για αρκετά χρόνια, προτού δουλέψουν με την έντυπη λογοτεχνία, παρά το γεγονός ότι ένα πλούσιο περιβάλλον γραμματισμού, μέσα στο οποίο τα παιδιά αγγίζουν και διαβάζουν βιβλία, βελτιώνει αποδεδειγμένα την ικανότητα πρόσληψης γνώσεων και ανάπτυξης δεξιοτήτων.
Παράλληλα, οι παιδαγωγοί αυτής της μεθόδου υποστηρίζουν ότι τα παιδιά δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με οθόνες, καθώς θεωρείται ότι η τεχνολογία εμποδίζει τη δημιουργική τους σκέψη.
Αποκαλύψεις για περιστατικά ρατσιστικής βίας και διακρίσεων σε σχολεία Waldorf-Steiner στο εξωτερικό πυροδοτούν ακόμη περισσότερο την έντονη κριτική προς αυτά: δάσκαλοι που μένουν αμέτοχοι στη βίαιη διένεξη μεταξύ μαθητών με τη δικαιολογία ότι «είναι καρμικό να συμβεί», σχολικός εκφοβισμός και αποκλεισμός εκπαιδευτικών λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων είναι ορισμένες μόνο από τις περιπτώσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.
Φυσικά η κριτική που ασκείται, στρέφεται ξανά στις ιδέες του Στάινερ και πώς αυτές εφαρμόζονται στο σχολείο.
Δάσκαλος-ενορχηστρωτής

Ο Στάινερ υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι οι έγχρωμοι διακρίνονται από μια «ενστικτώδη ζωή» σε αντίθεση με την «πνευματική ζωή» των λευκών και ότι οι ψυχές των ανθρώπων εξελίσσονται μέσα από ένα ιεραρχικό σύστημα φυλών, με κορυφαία αυτή των λευκών Ευρωπαίων – ιδέες οι οποίες δικαίως χαρακτηρίζονται ρατσιστικές.
Θέσαμε σχετικό ερώτημα στην παιδαγωγό Σάντρα Μαυροειδή, η οποία ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να μιλήσει γενικά για τα σχολεία Waldorf, αλλά στο Τριανέμι, ο δάσκαλος έχει έναν πολύ ενεργό ρόλο μέσα στο σχολείο, είναι ο «ενορχηστρωτής» του μαθήματος αλλά και ο σύμβουλος στην ελεύθερη ώρα των παιδιών, παρεμβαίνοντας όποτε χρειάζεται.
«Φυσικά και επιτρέπεις την εξέλιξη της σχέσης μεταξύ των παιδιών, αλλά ειδικά στη βαθμίδα του Δημοτικού, υπάρχει διαμεσολάβηση και στήριξη όπου χρειαστεί. Ολο το σχολικό πλαίσιο λειτουργεί προληπτικά για τη μη εμφάνιση τέτοιων συμπεριφορών», μας λέει.
Στην ιστοσελίδα του Independent διαβάζουμε για την πρόσφατη περίπτωση ενός πατέρα στο Σαν Φρανσίσκο που ενδιαφερόταν να εγγράψει το παιδί του σε ένα σχολείο Waldorf και ο οποίος κατά τη διάρκεια της «ανοιχτής ημέρας» που διοργάνωνε το σχολείο έπεσε πάνω σε μια διάλεξη του Στάινερ από το 1922, στην οποία υποστήριζε πως «η ευφυΐα έρχεται φυσικά από τα ξανθά μαλλιά και τα μπλε μάτια», κάτι το οποίο τον σόκαρε.
Οταν έθεσε τον προβληματισμό του σε έναν εκπαιδευτικό, αυτός του απάντησε ότι στο σχολείο διδάσκεται μόνο η παιδαγωγική μέθοδος του Στάινερ και όχι οι πεποιθήσεις του.
Αργότερα, παρακολούθησε μια επίδειξη του πώς γίνεται το μάθημα της χημείας και διαπίστωσε ότι δεν ήταν ένα μάθημα επιστήμης αλλά μια πνευματική φιλοσοφία για τη θερμότητα και το φως, ενώ χαρακτήρισε «καθαρή αγυρτεία» μια άλλη διάλεξη, που διοργάνωσε το σχολείο, ενός ανθρωποσοφιστή γιατρού.
Μάλιστα, όταν εξέφρασε τις ανησυχίες του κατά τη διάρκεια της συνάντησης γονέων και δασκάλων έλαβε την απάντηση: «Δεν χρειάζεται να πιστεύετε αυτό που πιστεύουμε, αλλά δεν μπορείτε να διαμαρτύρεστε γι’ αυτό μπροστά σε άλλους γονείς».
Το Τριανέμι παίρνει ξεκάθαρη θέση ως προς την εφαρμογή της αμιγώς παιδαγωγικής όψης της φιλοσοφίας του Στάινερ.
Διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του σχολείου:
«Η φιλοσοφική θεώρηση του Στάινερ έχει πολλές όψεις. Εμείς συνομιλούμε με την παιδαγωγική της όψη, εμπνεόμαστε δηλαδή από τις παιδαγωγικές του αρχές όπως αυτές περιγράφονται στις παιδαγωγικές του διαλέξεις και εφαρμόζονται σε πληθώρα σχολείων εδώ και έναν αιώνα ανά τον κόσμο, αλλά είμαστε έτοιμοι και να διαφωνήσουμε. Το Τριανέμι επιλέγει να έχει έναν παιδαγωγικό προσανατολισμό Waldorf, παίρνοντας απόσταση τόσο από δογματικές προσεγγίσεις όσο κι από μια επιφανειακή θέαση της συγκεκριμένης παιδαγωγικής. Υπάρχει ανοιχτή επικοινωνία, καλή σχέση και έμπρακτη στήριξη του σχολείου από τη διεθνή κοινότητα Waldorf. Σημειώνουμε ωστόσο ότι τα σχολεία Waldorf έχουν εξαπλωθεί σε όλες τις ηπείρους προσαρμοζόμενα υπό συνθήκες αυτονομίας και ελευθερίας στις κατά τόπους κοινωνίες».
Το «Μοντέρνο Σχολείο» του Φρανθίσκο Φερέρ
Δεν θα πρέπει να συγχέουμε τα σχολεία Waldorf με τα Ελεύθερα Σχολεία, που έχουν τις ρίζες τους στο αναρχικό «Μοντέρνο Σχολείο» (Escuela Moderna), που λειτούργησε στη Βαρκελώνη της Ισπανίας, στις αρχές του 20ού αιώνα.
Είναι μη θεσμικά, μη αυταρχικά και ενάντια στην επικρατούσα κουλτούρα σχολεία που οργανώνονται σε μια συλλογική και αυτόνομη βάση.
Οι μαθητές των Ελεύθερων Σχολείων μπορεί να είναι τόσο ενήλικοι όσο και παιδιά. Η ανοιχτή τους δομή αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της αυτοπεποίθησης, της κριτικής συνείδησης και της προσωπικής ανάπτυξης, όπως διαβάζουμε στο «μανιφέστο» τους.
Συχνά λειτουργούν εκτός οικονομικού συστήματος, υπέρ μιας «οικονομίας των δώρων» (gift economy), ενώ η έννοια του «ελεύθερου» δεν περιορίζεται μόνο στην έλλειψη χρηματικού κόστους, αλλά μπορεί να αναφέρεται και στην ελευθερία του λόγου, σε μια εκπαίδευση που έχει κέντρο τον σπουδαστή.
Εμπλουτισμός του εκπαιδευτικού συστήματος
Του Γιώργου Τσιάκαλου*

Οι εμπειρίες από τη λειτουργία των σχολείων Waldorf-Steiner καταγράφονται σε πολλά άρθρα και βιβλία. Στον χώρο της εκπαίδευσης λειτουργούν ως θετικό παράδειγμα κυρίως χάρη σε δύο χαρακτηριστικά τους.
Πρώτον, το γεγονός ότι δεν υπάρχει βαθμολόγηση και συνεπώς κατάταξη των παιδιών σε καλούς και κακούς μαθητές.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό που θεωρείται θετικό από τους παιδαγωγούς, θετικό σε σχέση με το σχολείο έτσι όπως το γνωρίζουμε εδώ και 150 χρόνια, είναι το γεγονός ότι η αισθητική αγωγή και η ενασχόληση, θεωρητική και πρακτική, με τις τέχνες βρίσκονται στο επίκεντρο της εν λόγω παιδαγωγικής.
Δηλαδή η άποψη ότι ο άνθρωπος μαθαίνει και καλλιεργείται όχι μόνο μέσα από τον λόγο αλλά και μέσα από τις αισθήσεις είναι αυτό που διακρίνει αυτά τα σχολεία και οδηγεί πολλούς γονείς να τα επιλέξουν.
Βεβαίως το γεγονός ότι ο ορθός λόγος δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο στο πλαίσιο αυτού του εκπαιδευτικού συστήματος αφήνει, μερικές φορές, ανοιχτό το παράθυρο για την είσοδο του ανορθολογισμού.
Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ανθρωποσοφία, δηλαδή η βασική φιλοσοφία του ίδιου του Ρούντολφ Στάινερ, ιδρυτή αυτών των σχολείων, χαρακτηρίζεται έντονα από μυστικισμό, έχει οδηγήσει μερικές φορές σε ρατσισμό.
Συνεπώς, θεωρώ ότι ένα σχολείο Waldorf μπορεί ν’ αποτελέσει μια θετική εναλλακτική επιλογή, όταν οι άνθρωποι που το λειτουργούν έχουν γνώση τόσο των θετικών όσο και των κινδύνων που ελλοχεύουν εάν κανείς δεν πάρει υπόψη και τις αρνητικές εμπειρίες.
Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπως αυτό της Ελλάδας, που χαρακτηρίζεται από εξετάσεις και βαθμολογία σε σημείο που καταστρέφει τη ζωή των παιδιών, ένα σχολείο Waldorf που θα λειτουργήσει με ορθό τρόπο, μπορεί να αποτελέσει εμπλουτισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Με όλες τις επιφυλάξεις βέβαια που προσωπικά έχω σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι οι εναλλακτικοί τρόποι εκπαίδευσης δεν μπορεί να αποτελούν προνόμιο αποκλειστικά του ιδιωτικού τομέα, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν και στον χώρο του δημόσιου σχολείου.
*ομότιμος καθηγητής Παιδαγωγικής στο ΑΠΘ
Οι ευνοημένοι βρίσκουν τρόπους να δραπετεύουν
Του Γιώργου Μαυρογιώργου*

Είναι προφανές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα έωλο εκπαιδευτικό εγχείρημα που προβάλλει τις ιδέες ενός «παιδαγωγικού μανιφέστου» (ελευθερία, ανεξαρτησία, δημιουργικότητα, κριτική σκέψη, ολιστική ανάπτυξη, αισθητική έκφραση, αυτονομία δασκάλου, αυτοδιοίκηση σχολείου κ.ο.κ.) των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αν και έχει καταγράψει, στη συνέχεια, αρκετές εφαρμογές σε πολλές και διάφορες χώρες.
Υποθέτουμε πως ο εμπνευστής θα είχε πολλά να επανεξετάσει, αν λάβουμε υπόψη τις προτεραιότητες που μας θέτουν οι έρευνες στη Νευροβιολογία, τις Επιστήμες της Αγωγής κ.α. Θα λέγαμε ότι το εγχείρημα μοιάζει να είναι εκτός χρόνου.
Είναι και «εκτός κοινωνικού τόπου», αν σκεφτούμε ότι αυτή τη φορά το λεγόμενο «κίνημα των ανεξάρτητων σχολείων» λανσάρεται στη χώρα μας.
Θα λέγαμε ότι η υπόθεση αποκτάει τα χαρακτηριστικά απόδρασης από τα συμφραζόμενα μιας πρωτόγνωρης ανθρωπιστικής κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία (ανεργία, ασιτία, φτώχεια, έλλειψη στέγης).
Μια κρίση που θα κρατήσει πολύ. Οταν στην ελληνική εκπαίδευση έχουμε χρεωμένους τους δασκάλους να διδάσκουν σε χρεωμένους μαθητές, χρεωμένων γονέων, το εγχείρημα των «ανεξάρτητων και αυτοδιοίκητων σχολείων» αποκτάει τα χαρακτηριστικά κοινωνικής αναλγησίας.
Πρόκειται για εγχείρημα που ως «από μηχανής θεός» υπόσχεται σε γόνους επιλεγμένων προνομιούχων οικογενειών έναν άρτια σχεδιασμένο αρχιτεκτονικά σχολικό χώρο «όαση» για «ελεύθερες» και δημιουργικές δραστηριότητες που δεν επηρεάζονται από την κοινωνική ανισότητα, την εξαθλίωση, την έλλειψη και την οδύνη.
Είναι ως εάν οι εμπνευστές της ιδέας θέλουν να επιβεβαιώσουν αυτό που ήδη γνωρίζουμε: η κρίση πλήττει με κοινωνικά άνισο τρόπο τα παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα.
Οι προνομιούχοι βρίσκουν τρόπους να δραπετεύουν. Ξεχνάνε, ωστόσο, κάτι πολύ σοβαρό.
Τα όσα συμβαίνουν έξω από το σχολείο μετρούν πολύ περισσότερο από όσα συμβαίνουν μέσα στα σχολεία.
Είναι αυτά που επηρεάζουν και εξηγούν αυτά που συμβαίνουν μέσα στα σχολεία.
Από αυτή την άποψη, θα λέγαμε πως τα λεγόμενα «ελεύθερα» σχολεία ίσως είναι ένα ιδιότυπο «χρυσοκέντητο κλουβί», που υπογραμμίζει μια νότα ενός «ελιτίστικου διαχωριστικού ρατσισμού»…
