Ηλεκτρισμένο παραμένει το κλίμα στην ιδιωτική εκπαίδευση μετά την ανακοίνωση των σχετικών μέτρων που περιλαμβάνονται στη συμφωνία με τους δανειστές. Σε θέση αναμονής οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δηλώνουν πως θα περιμένουν να ολοκληρωθεί η συζήτηση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων (από σήμερα το πρωί έως την Πέμπτη) και ανάλογα με τις εξελίξεις θα διαμορφώσουν τη στάση τους.
Η αναβολή της -έκτακτης- συνάντησης της ΟΙΕΛΕ με τον υπουργό ανέβασε τους τόνους, καθώς η πρώτη αρνήθηκε να συναντηθεί με τη διευθύντρια του γραφείου του υπουργού λόγω ξαφνικού κωλύματος του ιδίου, ωστόσο, όπως διαβεβαιώνουν και τα ίδια τα στελέχη της Ομοσπονδίας, δεν αναγνωρίζουν πρόθεση αποφυγής και περιμένουν νέο κάλεσμα, «έστω και την τελευταία στιγμή».
Η απόσταση, πάντως, που χωρίζει τις δύο πλευρές παραμένει μεγάλη. «Οι σχολάρχες πανηγυρίζουν», λένε κύκλοι της Ομοσπονδίας, αποδίδοντας την επικριτική ανακοίνωση του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Ιδιωτικών Σχολείων «σε στημένο πολιτικό παιχνίδι και επειδή, όπως πάντα, τα θέλουν όλα δικά τους».
Το υπουργείο, από την άλλη, επιμένει να παραπέμπει στη «σκληρή ανακοίνωση» των ιδιοκτητών, τονίζοντας πως «τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς κατέληξαν σε ρυθμίσεις που βελτιώνουν τη θέση των εκπαιδευτικών που εργάζονται σε ιδιωτικά σχολεία και δημιουργούν αναχώματα στην ακαδημαϊκή και εκπαιδευτική αυθαιρεσία. Συνεπώς και η αντίστοιχη ανακοίνωση της ΟΙΕΛΕ, που κινείται στον αντίποδα της ανακοίνωσης των ιδιοκτητών, θα έπρεπε να προβληματίσει πρωτίστως την ηγεσία της ΟΙΕΛΕ».
Με εμφανή τη δυσαρέσκεια τόσο για τις αντιδράσεις όσο και για την άρνηση συνάντησης της ΟΙΕΛΕ «με τον γ.γ. και τη διευθύντρια του γραφείου του υπουργού», το υπουργείο εξέδωσε το απόγευμα ανακοίνωση-απάντηση στην «παραπληροφόρηση για τις διατάξεις σχετικά με την ιδιωτική εκπαίδευση».
Στην ανακοίνωση εξηγούνται αναλυτικά οι νέες διατάξεις, για να τονιστεί, μεταξύ άλλων, πως «η αυθαιρεσία ελαχιστοποιείται» και πως «οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται στα ιδιωτικά σχολεία προστατεύονται λόγω και της εμπλοκής κατ’ αρχάς του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, που θεσμοθετεί τα κριτήρια με βάση τα οποία κρίνονται, αλλά και των σχολικών συμβούλων που συμμετέχουν στις εκθέσεις αξιολόγησής τους».
