Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H δολοφονία του Παύλου Φύσσα ανήκει στην κανονικότητα του φασισμού όταν αυτός αποκτά δομή, ιεραρχία και αίσθηση ατιμωρησίας. Ηταν ένα οργανωμένο σχέδιο, μια εκτέλεση με ιδεολογικό υπόβαθρο, σχεδιασμένη ώστε να τρομοκρατήσει. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα στη συνέχεια της αγόρευσης της εισαγγελέως Κυριακής Στεφανάτου.

Οπως συνάγει κανείς από την πρότασή της, ο Παύλος Φύσσας δεν επιλέχθηκε επειδή ήταν «επώνυμος», αλλά ακριβώς επειδή ήταν ένας από τους πολλούς: ένας αντιφασίστας ανάμεσα σε άλλους, ένας άνθρωπος που γελοιοποιούσε το μίσος με τη φωνή και τους στίχους του. Η Χρυσή Αυγή δεν χτυπούσε εμβληματικά πρόσωπα. Η Χρυσή Αυγή χτυπούσε με τάγματα εφόδου, με πειθαρχία, με εκπαίδευση, με πλήρη επίγνωση ότι η βία της θα μείνει, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, ατιμώρητη.

«Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα δεν ήταν ακατανόητη, είχε νόημα. Γιατί, πραγματικά, ο Φύσσας δεν τους είχε προκαλέσει και δεν δικαιολογείτο η δολοφονία του ως αντιεξουσιαστή. Τούτο επιρρωνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα Δημήτρη Ψαρρά, ότι η Χρυσή Αυγή ως εγκληματική οργάνωση στόχευε στον ανώνυμο και όχι στον επώνυμο, και όχι σε εμβληματικά πρόσωπα, όπως ήταν, π.χ., ο Παύλος Μπακογιάννης, ενώ η εκτέλεση του αντιπάλου δεν γινόταν από μεμονωμένα άτομα αλλά από οργανωμένο τάγμα εφόδου. Επελέγη ως κατάλληλος στόχος γιατί τους χλεύαζε με τα τραγούδια του και ήταν θέμα χρόνου η κινητοποίηση του τάγματος εφόδου. Δεν ήταν το εμβληματικό πρόσωπο. Ηταν κάποιος αντιφασίστας ανάμεσα σε άλλους, ώστε να βρεθεί ένα ηθικό έρεισμα. Τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ανθρωπότητας έγιναν για την ηθική», είπε η εισαγγελέας, ενώ αναφορικά με την τακτική της Χρυσής Αυγής συμπλήρωσε:

«Η πρώτη φάση ήταν όταν κυνηγούσαν τους μετανάστες έξω από τα γραφεία. Η επόμενη φάση, είπανε οι μάρτυρες, είναι αντιγραμμένη από την φασιστική Ακροδεξιά της Ιταλίας, με σκοπό να παρέμβει το παρακράτος. Αυτή ήταν η στρατηγική της έντασης του ’70. Αποδεικνύονται από συνέντευξη Παναγιώταρου: “Υπάρχει ήδη εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, εμείς οι εθνικιστές από τη μια μεριά και από την άλλη οι άλλοι”».

Περιγράφοντας με χειρουργική ακρίβεια τη νύχτα της δολοφονίας του Π. Φύσσα, η εισαγγελέας τόνισε ότι «ο Ρουπακιάς έστριψε δεξιά, παρκάρισε προσωρινά, κοίταξε προς το μέρος του Φύσσα, επιβεβαιώθηκε και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και στάθμευσε πλησίον στον Φύσσα, γύρω από τον οποίο είχαν σχηματίσει οι 3-4 χρυσαυγίτες κλοιό. Ο Φύσσας δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Στη συνέχεια βγήκε από το αυτοκίνητό του και, έχοντας στο χέρι αναδιπλούμενο σουγιά, κατευθύνθηκε κατευθείαν προς τον Π. Φύσσα, αιφνιδιάζοντάς τον. Στη θέα του Ρουπακιά άνοιξε ο κύκλος των χρυσαυγιτών, του έκαναν χώρο και εκείνος αγκάλιασε τον Φύσσα. Τον έπληξε μία φορά στον μηρό για να σκύψει, δεδομένου ότι το θύμα ήταν ψηλότερος από αυτόν, αλλά τον έπληξε από κάτω προς τα πάνω, μετά στο πόδι, δύο φορές στο αριστερό ημιθωράκιο, απολύτως πετυχημένα, μία στην καρδιά και μία στον πνεύμονα. Εντελώς επαγγελματικά. Είχε εκπαιδευτεί, δεν ήταν οι 20 μαχαιριές που βλέπουμε στα διαπροσωπικά εγκλήματα. Ηταν εκτέλεση, επιτέλεση ενός έργου. Μετά ο Ρουπακιάς εντελώς ψύχραιμα μπήκε στο αυτοκίνητό του και πήγε να φύγει».

Η εισαγγελική λειτουργός, αναφερόμενη στο θύμα της επίθεσης, εξήγησε πόσο συγκλονιστικά σημαντικά ήταν αυτά τα τελευταία λεπτά της ζωής του.

«Ο Π. Φύσσας ήταν ακόμα εν ζωή και υπέδειξε στους αστυνομικούς, που, σε ειρωνεία της ζωής, επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Αναγκάστηκε μάλιστα να σηκώσει την μπλούζα του να τους πει “εμένα, ρε παιδιά;”. Το ότι μπορείς να μαχαιρώσεις κάποιον στην καρδιά και εκείνος να συνεχίσει να μιλάει, να είναι όρθιος επί 2 λεπτά και να έχει τις αισθήσεις του, δεν το περίμεναν οι χρυσαυγίτες. Είναι πράγματι συγκλονιστικό ότι, ενώ το θύμα έχει μαχαιρωθεί σε δημόσια θέα, εντούτοις, αυτή την τραγική ώρα, αντί να ασχολείται με τον εαυτό του, έχοντας την επιθανάτια αγωνία ότι ο δολοφόνος του θα μείνει ατιμώρητος, έπρεπε να ασχοληθεί με τη σύλληψή του και με την εξιχνίαση της δολοφονίας του και να σηκώσει την μπλούζα του και να δείξει τα τραύματά του και ότι, μάλιστα, αυτά δεν ήταν επιπόλαια. Την εξιχνίαση της δολοφονίας του την επιτέλεσε μόνος του ο Π. Φύσσας. Κανείς δεν υπολόγιζε ότι ο Φύσσας δεν θα πεθάνει ακαριαία, αλλά θα ζήσει για να καταδείξει τον δολοφόνο του. Αν δεν είχε ζήσει ο Φύσσας αυτά τα ελάχιστα λεπτά, δεν θα βρισκόμασταν εδώ τώρα. Αν δεν είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ο Ρουπακιάς, δεν θα βρισκόμασταν εδώ».

Παράλληλα η Κυριακή Στεφανάτου σχολίασε ότι «ο Ρουπακιάς ενήργησε απόλυτα ψύχραιμα. Στο “Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου” του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ο δολοφόνος ήταν εξουθενωμένος. Ο Ρουπακιάς ούτε παλμούς δεν είχε ανεβάσει. Ηταν χαλαρός στο τμήμα, κάπνιζε, μέχρι που κάποιοι τον είχαν περάσει και για αστυνομικό» και πρόσθεσε:

«Είναι προφανές ότι οι κατηγορούμενοι διακατέχονταν από αλαζονεία και αίσθημα ακαταδίωκτου γιατί γνώριζαν τη δύναμη της βίας. Επρεπε να σπείρουν τον φόβο στην κοινωνία. Κατέφθασαν αστυνομικοί και δεν πτοήθηκαν. Είχαν ομοιόμορφη εμφάνιση. Δρούσαν σε δημόσια θέα και δεν φοβήθηκαν, δεν πτοήθηκαν. Είδαν τη ΔΙΑΣ, τους είπαν να φύγουν και δεν έφυγαν».

Στη συνέχεια η εισαγγελέας εξήγησε πως «όλοι όσοι συμμετείχαν στη δολοφονία Φύσσα υπάκουσαν στις εντολές των ιεραρχικά ανωτέρων τους», ενώ παράλληλα «ενεργούσαν με πλήρη περιφρόνηση στην έννομη τάξη. Σε καμία επίθεση δεν συνελήφθησαν επ’ αυτοφώρω. Αστυνομικοί κατέθεσαν ότι, μετά την επίθεση στο ΠΑΜΕ, η υπηρεσία τούς κάλεσε να προσέχουν. Αν αντιπαραβάλουμε τους χρυσαυγίτες και τους αστυνομικούς, ποια ομάδα φοβάται περισσότερο από την άλλη;».