Τέσσερα χρόνια μετά τον διασυρμό τους ως δραστών των εμπρηστικών επιθέσεων στο υποκατάστημα της Μarfin και στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, αποτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία μιας επίπονης ακροαματικής διαδικασίας, με δεκάδες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, αθώωσε ομόφωνα τους Θόδωρο Σίψα και Παύλο Ανδρεάδη ή Αντρέεβ, που είχαν «χρεωθεί» κακουργήματα με μοναδικά στοιχεία μια ανώνυμη επιστολή και καταθέσεις που στη συνέχεια αναιρέθηκαν.
Στον αντίποδα, οι γονείς και τα αδέρφια των τραγικά χαμένων τραπεζοϋπαλλήλων, Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, Επαμεινώνδα Τσάκαλη και Παρασκευής Ζούλια, που εξακολουθούν να ψάχνουν τη δικαίωση έξι χρόνια μετά την πυρπόληση της Marfin, κατά τη διάρκεια της μαζικότερης συγκέντρωσης κατά του Μνημονίου.
Ωστόσο, κανένας από τους δεκάδες μάρτυρες που κατέθεσαν δεν αναγνώρισαν στα πρόσωπα των κατηγορουμένων τους δράστες, ενώ η υπεράσπιση προσκόμισε στο δικαστήριο και ειδική πραγματογνωμοσύνη που αμφισβητούσε ευθέως την ταυτοποίηση μέσω φωτογραφιών του Θ. Σίψα ως ενός από τους εμπρηστές της τράπεζας.
«Εκ των ισχυρών διαφορών στις φωτογραφίες των δύο εικονιζόμενων ατόμων δεν μπορούν να ταυτιστούν φωτογραφικά, άρα ο Θ. Σίψας δεν μπορεί να θεωρηθεί ο άγνωστος δράστης του εμπρησμού της Μαρφίν», κατέληγε η πραγματογνωμοσύνη του ειδικού επιστήμονα Γιώργου Καραθανάση, ο οποίος και εξετάστηκε ως μάρτυρας στο δικαστήριο.
Νωρίτερα χθες, η εισαγγελέας της έδρας εισηγήθηκε στους δικαστές την απαλλαγή των δύο κατηγορουμένων με το σκεπτικό ότι για τον Σίψα δεν υπάρχουν σοβαρές και ικανές ενδείξεις που να οδηγήσουν στην ενοχή του, ενώ για τον Αντρέεβ σημείωσε ότι δεν ήταν καν στην πορεία τη μοιραία ημέρα.
Οι απολογίες τους
Απολογούμενοι και οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση, ο μεν Θοδωρής Σίψας με την πυρπόληση του υποκαταστήματος της Marfin, ο δε Παύλος Ανδρεάδης με τον εμπρησμό του βιβλιοπωλείου Ιανός στο πλαίσιο του μεγάλου συλλαλητηρίου της 5ης Μαΐου 2011.
Μάλιστα ο 34χρόνος Θοδωρής Σίψας, συναισθηματικά ιδιαίτερα φορτισμένος, απευθυνόμενος σε δικαστές και ενόρκους αρνήθηκε κάθε σχέση με τον εμπρησμό της τράπεζας εξαιτίας του οποίου «έσβησαν» τρεις ψυχές, λέγοντας:
«Εχω καταδικάσει την επίθεση στην τράπεζα Μαρφίν από το 2011. Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία, δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για το οποίο κατηγορούμαι».
Ενθυμούμενος, στην απολογία του, το δρομολόγιο που ακολούθησε εκείνη την ημέρα είπε:
«Ξεκίνησα από το Πεδίον του Αρεως όπου άφησα και τη μοτοσικλέτα μου. Προχώρησα προς την οδό Πατησίων για να πάω στο Σύνταγμα. Σοκαρίστηκα με τον όγκο του κόσμου που υπήρχε εκείνη την ημέρα […] Οταν αντιλήφθηκα καπνούς στην οδό Σταδίου, σταμάτησα να δω τι συμβαίνει στην τράπεζα Μαρφίν.
»Κάποια στιγμή ανέβηκα στο πεζοδρόμιο. Ακουσα να φωνάζουν και να ζητάνε βοήθεια και να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από το κτίριο. Εβλεπα κόσμο με μπουκάλια νερού να προσπαθεί να σβήσει φωτιά και αργότερα άκουσα να πέφτουν δακρυγόνα. Και τότε, επειδή κατάλαβα ότι θα έρθουν τα ΜΑΤ, κατέβηκα προς το πεζοδρόμιο και προχώρησα προς το Σύνταγμα», είπε.
Ωστόσο, ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πώς θα μπορούσε να βοηθήσει τους υπαλλήλους της τράπεζας Μαρφίν να βγουν, αλλά δεν αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει η ζωή τους. «Οταν έλαβα γνώση για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζω, ήταν το μεγαλύτερο σοκ της ζωής μου».
Παύλος Ανδρεάδης: «Δεν ήμουν καν στην πορεία. Δούλευα στον Διόνυσο εκείνη την ημέρα… Επεσα από τα σύννεφα όταν έμαθα για τι κατηγορούμαι. Συλλυπητήρια στους συγγενείς των θυμάτων. Θα ήθελα να βρεθούν οι πραγματικοί ένοχοι», υποστήριξε μεταξύ άλλων στην απολογία του ο δεύτερος κατηγορούμενος.
