Με διαφορετικό σκεπτικό ως προς την ουσία του θέματος και με άξονα πάντα την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρενέβη με ανακοίνωσή της η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σχετικά με τη διάταξη που ψηφίστηκε ως προς τη χρήση και τους όρους χρήσης παράνομα κτηθέντων στοιχείων για τη δικαστική διαλεύκανση μεγάλων οικονομικών εγκλημάτων (λίστες).
Η Ενωση διερωτάται αν θα παταχθεί το οικονομικό έγκλημα με παράνομα αποδεικτικά μέσα, χαρακτηρίζοντας τη διάταξη ως ένα ακόμα ρήγμα στη δικαιοκρατική απονομή της δικαιοσύνης.
Εκφράζει την αντίθεσή της στην πρόσφατη ρύθμιση «καθότι ο κανόνας της απαγόρευσης χρήσης των αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν με τρόπο παράνομο (π.χ. υποκλοπή) τίθεται στο Σύνταγμα (άρθρο 19 § 3) χωρίς επιφυλάξεις ή εξαιρέσεις.
»Επίσης, μέσα από τη νομολογία του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιτρέπει τη χρήση παράνομων αποδεικτικών μέσων στο πλαίσιο του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη, όμως η εν λόγω διάταξη δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις που το Δικαστήριο έχει θέσει».
Η Ενωση δεν αποδέχεται ως ασφαλή τα κριτήρια που επικαλέστηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης και είναι αναγκαία για την αποδοχή τέτοιων στοιχείων και σημειώνει:
«Η νομοθετική εισαγωγή ειδικών σταθμίσεων και εξαιρέσεων συνιστά μείζον δικαιοκρατικό πρόβλημα με αβέβαιες προεκτάσεις. Γιατί, αν κάμψουμε τον κανόνα της απαγόρευσης χρήσης των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων μόνο για τους “μεγαλο-φοροφυγάδες”, για ποιο λόγο να μην πράξουμε το ίδιο και για τους βιαστές ή τους δολοφόνους;
»Τα εγκλήματα κατά της ζωής είναι άραγε ελάσσονος απαξίας από τα οικονομικά; Αν το κράτος επιθυμεί πραγματικά να πατάξει τη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή, ο νόμος τού δίνει σειρά από εξουσίες να ασκεί εξονυχιστικούς ελέγχους. Εκτός και αν με τη ρύθμιση αυτή το κράτος εννοεί να μας πει ότι η μόνη λύση για να πατάξει το οικονομικό έγκλημα είναι να νομιμοποιήσει τα παράνομα αποδεικτικά μέσα».
Ανακοίνωση εξέδωσε και ο σύμβουλος του πρώην υπουργού Χ. Αθανασίου, Π. Λυμπερόπουλος, στην οποία, αφού επισημαίνει τις σιωπές αλλά και τις ανακοινώσεις των Ενώσεων Δικαστών και Εισαγγελέων και Εισαγγελέων Ελλάδος, αναρωτιέται ποιος αποφάσισε για τις ανακοινώσεις χωρίς προηγουμένως να γίνει ενδελεχής συζήτηση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι έγιναν λάθη και από τις δύο ενώσεις, με τα πυρά να στρέφονται κυρίως προς την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, που εξέδωσε την ανακοίνωση της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών της χωρίς ουσιαστική συζήτηση, ενώ την εγκαλεί για «ερασιτεχνικές προσεγγίσεις που εξυπηρετούν μόνο προσωρινές συγκυρίες και όχι το διαχρονικό συμφέρον των πολιτών. Και όσοι αποφασίζουν να μιλήσουν εκ μέρους της θα πρέπει να είναι σίγουροι ότι έχουν αντιμετωπίσει τα θέματα με γνώμονα τη διάρκεια και όχι την ευκαιρία».
Οι Κώδικες
Συνεχίζει δε λέγοντας ότι «δεν πείθομαι για την αναγκαιότητα αποσπασματικών νομοθετικών παρεμβάσεων, ιδίως σε Κώδικες και μάλιστα σε εποχές που η ασφάλεια δικαίου είναι απαίτηση και δικαίωμα των πολιτών και εν τέλει του διαχρονικού νομικού μας πολιτισμού».
Ακόμα κι αν έχει δικαιολογημένες ανησυχίες ο Π. Λυμπερόπουλος, είναι απορίας άξιον το πώς, όταν υπήρξε σύμβουλος του πρώην υπουργού, δεν είδε τις παρεμβάσεις στον Κώδικα, τις αμέτρητες τροπολογίες και το πόσο εισακούονταν οι φορείς στα νομοθετήματα της προηγούμενης κυβέρνησης…
