Ανοιχτή πλέον αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και ειδικότερα με τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης και Διαφάνειας, Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, έχουν τα μέλη της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και ειδικότερα ο πρόεδρος της Κωνσταντίνος Τζαβέλλας και ο γενικός γραμματέας Δημήτρης Ζημιανίτης.
Θρυαλλίδα στην αντιπαράθεση που έχει ξεκινήσει από τον περασμένο Νοέμβριο, όταν ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος κατήγγειλε «δικαστικό πραξικόπημα», αποτέλεσε η χθεσινή ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων με την οποία εκφράζονταν επιφυλάξεις για την συνταγματικότητα της πρόσφατης τροπολογίας Παπαγγελόπουλου (πέρασε στη Βουλή με το σύμφωνο συμβίωσης) που επιτρέπει την αποδεικτική αξιοποίηση στοιχείων που έχουν συλλεγεί με μη νόμιμο τρόπο.
Ακολουθεί η σημερινή απάντηση σε σκληρή γλώσσα του αναπληρωτή υπουργού στους πρώην συναδέρφους του, στην οποία αναρωτιέται δημόσια πως «δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως υπάρχει Έλληνας εισαγγελέας που θα προτιμούσε να μειώνονται δραστικά μισθοί και συντάξεις και ο ελληνικός λαός να πληρώνει αβάσταχτους φόρους, αντί να πληρώνουν τους φόρους τους οι φοροφυγάδες και τις νόμιμες υποχρεώσεις τους οι διαπλεκόμενοι και οι κλέφτες του δημοσίου χρήματος. Επίσης, αναρωτιέμαι αν η ανακοίνωση, που υπογράφουν οι κ.κ. Τζαβέλας και Ζημιανίτης, αναφέρεται σε συγκεκριμένη υπόθεση και ποια είναι αυτή».
Ωστόσο, στον χορό της αντιπαράθεσης μπήκε και ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος, ο οποίος μεταξύ άλλων σχολιάζει ότι η ανακοίνωσή της Ένωσης Εισαγγελέων «φαίνεται να τοποθετεί τη συνταγματική αξία της δικαστικής προστασίας σε δεύτερη μοίρα».
Ειδικότερα ο υπουργός αναφέρει με τη σειρά του: «Σύμβολο της δικαιοσύνης είναι η ζυγαριά. Οι περισσότερες από τις κρίσεις της, αν όχι όλες, προϋποθέτουν σταθμίσεις συμφερόντων, αγαθών, αξιών. Στο επίκαιρο θέμα πρέπει να σταθμιστούν συνταγματικά κατοχυρωμένες αξίες: από τη μια το απόρρητο και τη προστασία προσωπικών δεδομένων, από την άλλη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ακροάσεως που ενέχει και το δικαίωμα του πολίτη να μπορεί να αποδεικνύει το δίκιο του. Ο ποινικός έλεγχος μιας μεγάλης εκτάσεως φοροδιαφυγής προφανώς και βαραίνει ως αίτημα απόδοσης δικαιοσύνης, επειδή εξυπηρετεί τόσο το κοινωνικό όσο και το δημόσιο- δημοσιονομικό συμφέρον και μάλιστα σε μια εποχή όπου τα δημόσια οικονομικά δοκιμάζονται. Θυμίζω ότι οι κατάλογοι στοιχείων (λίστες) αφορούν αφενός χιλιάδες αναφερόμενους πολίτες, αφετέρου το σύνολο των φορολογουμένων πολιτών και το επίπεδο της διαβίωσής τους. Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος 4356/2015 θεσπίζει συγκεκριμένα κριτήρια, που εγγυώνται την οφειλόμενη συνταγματική στάθμιση: κατά το νόμο το αποδεικτικό μέσον για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη θα πρέπει να ήταν το μοναδικό, να μην αποκτήθηκε κατά τρόπο προσβλητικό της αξιοπρέπειας, ενώ και το έννομο όφελος από τη χρήση του να είναι αναλογικά υπέρτερο. Ο νόμος 4356/2015 επομένως ούτε αστοχεί, ούτε προκρίνει , ούτε αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Καλεί τη δικαιοσύνη να εκτελέσει την αποστολή της ζυγίζοντας ακριβώς τις συνταγματικές αξίες. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Ένωση Εισαγγελέων με την ανακοίνωσή της φαίνεται να τοποθετεί τη συνταγματική αξία της δικαστικής προστασίας σε δεύτερη μοίρα».
Εμφύλιος
Ωστόσο, η επίμαχη χθεσινή ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων προκάλεσε και εμφύλιο στους κόλπους της καθώς τις παραιτήσεις τους υπέβαλαν αργά το απόγευμα της Δευτέρας πέντε από τα συνολικά εννέα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι παραιτηθέντες εισαγγελείς (ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Πάρις Αδάμης, ο αναπληρωτής γραμματέας Γιώργος Νούλης, ο ταμίας Γιάννης Παναγόπουλος και τα μέλη Μίνα Σωτηροπούλου και Αντώνης Παπαματθαίου) διαφώνησαν με το γεγονός ότι η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδας εξέδωσε την ανακοίνωση ερήμην τους.
Το χρονικό της κόντρας
Η κόντρα μεταξύ δικαστικών ενώσεων και κυβέρνησης άρχισε να διαφαίνεται από τον περασμένο Νοέμβριο, όταν ο αρμόδιος για θέματα διαφθοράς, Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, κατήγγειλε από το βήμα της Βουλής «δικαστικό πραξικόπημα», προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις στον χώρο της δικαιοσύνης.
Ο αναπληρωτής υπουργός μπήκε στη συνέχεια στο «στόχαστρο» των πρώην συναδέρφων του, με τη φράση του αυτή να βρίσκεται στο επίκεντρο των ομιλιών στη διάρκεια των ετήσιων γενικών συνελεύσεων που πραγματοποίησαν τον Δεκέμβριο οι ενώσεις των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.
Εισαγγελείς και δικαστές από το βήμα των συνελεύσεων καλούσαν τον αναπληρωτή υπουργό να κατονομάσει τους «πραξικοποιματίες», ενώ αναφέρθηκαν και στην αδυναμία της πολιτείας να λάβει μέτρα που θα βοηθήσουν τη Δικαιοσύνη και σημείωναν ότι «το έργο του δικαστή δεν είναι μια απλή διεκπεραίωση υποθέσεων».
Τις τεταμένες σχέσεις πυροδότησε και η δημοσιοποίηση των δηλώσεων «πόθεν έσχες», καθώς στη γενική συνέλευση των μελών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) πριν από ένα μήνα η πρόεδρός της, Μαργαρίτα Στενιώτη, απάντησε στα όσα είπε ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, για το «πόθεν έσχες» των δικαστών (σ.σ.: δήλωσε ότι πρέπει να δημοσιεύονται και κυρίως εκείνα των ανώτατων δικαστών και όχι των Πρωτοδικών), λέγοντας: «Δόθηκε η εντύπωση ότι οι δικαστικοί λειτουργοί αρνούνται να δημοσιοποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, προκειμένου να αποκρύψουν παράνομες ενέργειες πλουτισμού τους, παραβλέποντας ο πρόεδρος της Βουλής ότι όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι, για τους οποίους μια τέτοια δημοσιοποίηση δεν ενδείκνυται, εν όψει των κινδύνων που ενέχει η πρόσβαση οιουδήποτε πέραν των αρμοδίων προς έλεγχο οργάνων στα στοιχεία αυτά, καθώς διατρέχουν τον κίνδυνο εγκλημάτων ή άλλων πράξεων εναντίων τους εκ μέρους διαδίκων ή προσώπων των οποίων υποθέσεις εκδίκασαν».
Ακόμα η πρόεδρος της ΕΔΕ, σημείωσε ότι η δήλωση Βούτση, ότι η δημοσιοποίηση θα αφορά μόνο τους υψηλόβαθμους δικαστές και όχι στους πρωτοδίκες, αφήνει να εννοηθεί ότι η διαφθορά είναι στους υψηλόβαθμους δικαστές.
