Σε μια περίοδο που η ακρίβεια συνθλίβει τα χαμηλά εισοδήματα και η στέγη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε είδος πολυτελείας, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εμφανίζονται να λειτουργούν όχι απλώς ως ενδιάμεσοι των τραπεζών αλλά ως αυτόνομοι μηχανισμοί άσκησης πίεσης, συχνά στα όρια ή και πέρα από αυτά που ορίζει η νομιμότητα.
Δύο διαφορετικές γειτονιές της Αττικής, οι Αχαρνές και το Κερατσίνι. Δύο διαφορετικές οικογενειακές ιστορίες. Κοινός παρονομαστής, η ίδια εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (η doValue) και η ίδια απειλή, ο πλειστηριασμός της πρώτης και μοναδικής κατοικίας.
Οι δύο αυτές υποθέσεις δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ενδεικτικά παραδείγματα ενός μοντέλου που αντιμετωπίζει την κύρια κατοικία ως εμπόρευμα και τις δικαστικές αποφάσεις ως ενοχλητικές λεπτομέρειες. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πολίτες έχουν ήδη προσφύγει ή προσφεύγουν δικαστικά, με εξώδικες δηλώσεις, ανακοπές και αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, επιχειρώντας να ανακόψουν διαδικασίες πλειστηριασμού που, όπως καταγγέλλουν, στηρίζονται σε παρανομίες, καταχρηστικές πρακτικές και πλήρη αδιαφορία για την κοινωνική πραγματικότητα. Οπως όλα δείχνουν, τα funds κινούνται με ταχύτητα και επιθετικότητα, ενώ η δικαστική προστασία αποδεικνύεται αργή και αδύναμη.
Η πρώτη υπόθεση αφορά μια γυναίκα, κάτοικο Αχαρνών, χαμηλόμισθη, με μοναδικό εισόδημα το ελάχιστο εγγυημένο και συνολικό οικογενειακό εισόδημα μόλις 4.026 ευρώ τον χρόνο. Η ίδια πληροφορείται τυχαία ότι το σπίτι της έχει ήδη κατασχεθεί και έχει οριστεί πλειστηριασμός, εξαιτίας μιας οφειλής περίπου 13.000 ευρώ, για την οποία, όπως καταγγέλλεται, βρίσκονταν σε εξέλιξη συζητήσεις.
Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 2025 πληροφορήθηκε κατά τύχη, μέσω ελέγχου στο Κτηματολόγιο από την πληρεξούσια δικηγόρο της, ότι στην κατοικία της είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση και είχε οριστεί πλειστηριασμός, ενώ για περισσότερο από έναν χρόνο υπήρχε συνεχής επικοινωνία με την doValue για ρύθμιση, ακόμη και με εφάπαξ καταβολή, πρόταση που, σύμφωνα με την καταγγελία, είχε γίνει αποδεκτή.
Οπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, η διαταγή πληρωμής, η επιταγή προς πληρωμή και η πράξη κατάσχεσης είχαν επιδοθεί σε διαφορετική διεύθυνση, σε άλλη περιοχή της Αττικής, σε ακίνητο που δεν ανήκει στην οφειλέτρια και στο οποίο δεν κατοικεί. Η επίδοση έγινε με θυροκόλληση σε ένα ολοφάνερα ακατοίκητο ακίνητο, με αποτέλεσμα η γυναίκα να χάσει όλες τις νόμιμες προθεσμίες για να ασκήσει τα δικαιώματά της. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η ίδια είχε κατ’ επανάληψη προσκομίσει στην εταιρεία φορολογικά έγγραφα, υπεύθυνες δηλώσεις, εξουσιοδοτήσεις και κάθε είδους αποδεικτικό της πραγματικής της κατοικίας, ενώ είχε επικαιροποιήσει τα στοιχεία της και στα συνεργαζόμενα δικηγορικά γραφεία.
Με εξώδικη δήλωση, η οφειλέτρια ζητά την άμεση αναστολή του πλειστηριασμού και την υλοποίηση της συμφωνημένης ρύθμισης, καταγγέλλοντας συνειδητή μεθόδευση και προαναγγέλλοντας αστικές και ποινικές ενέργειες για τις παράνομες επιδόσεις.
Aγνόησαν το δεδικασμένο!
Ακόμη βαρύτερη νομικά είναι η δεύτερη υπόθεση από το Κερατσίνι, όπου μια οικογένεια και μια μικρή ομόρρυθμη επιχείρηση βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαταγή πληρωμής και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης από την ίδια εταιρεία διαχείρισης. Εδώ, η doValue προχώρησε σε εκτελεστικές ενέργειες για απαίτηση περίπου 37.600 ευρώ, παρά το γεγονός ότι για ένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση που την απαλλάσσει πλήρως από τη συγκεκριμένη οφειλή.
Με απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά του 2022, η οφειλέτρια είχε υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη, με μηδενικές καταβολές για τρία χρόνια, πλήρη απαλλαγή από τα χρέη προς την τράπεζα και τους ειδικούς διαδόχους της και ρητή προστασία της κύριας κατοικίας της. Η τριετής περίοδος ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 και η απαλλαγή επήλθε αυτοδικαίως, χωρίς η απόφαση να έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα. Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία αγνόησε το δεδικασμένο και κινήθηκε σαν να μην υπάρχει.
Παράλληλα, για τους υπόλοιπους τρεις οφειλέτες, προηγήθηκε μια μεγάλη περίοδος διαπραγματεύσεων, με ανταλλαγή εγγράφων, προτάσεις ρυθμίσεων, προκαταβολές, ακόμη και πρόταση εφάπαξ εξόφλησης. Σύμφωνα με τα δικόγραφα που έχουν κατατεθεί, η εταιρεία καλλιέργησε την εύλογη πεποίθηση ότι θα υπάρξει συμφωνία, επικαλούμενη καθυστερήσεις και διαδικαστικά ζητήματα, πριν αιφνιδιαστικά εκδώσει διαταγή πληρωμής και κινήσει διαδικασίες εκτέλεσης. Οι οφειλέτες έχουν ήδη προσφύγει με ανακοπή και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την αναστολή κάθε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, επικαλούμενοι καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και άμεσο κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, καθώς πρόκειται για την πρώτη και μοναδική κατοικία.
Καμία προστασία
Ελευθερία Τομπατζόγλου, συνήγορος οφειλετριών
Δυστυχώς τον τελευταίο καιρό είναι πολύ συχνό φαινόμενο η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά οφειλετών που έχουν ρυθμισμένες οφειλές κυρίως μέσω του νόμου 38 69/2010. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η εταιρεία διαχείρισης επιλέγει να αγνοήσει το διατακτικό αμετάκλητων αποφάσεων και να ενεργήσει σε βάρος ενήμερων οφειλετών. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι στις υπό κρίση περιπτώσεις κανένας οφειλέτης δεν είχε απολέσει τη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή ήταν συνεπής.
Προκειμένου λοιπόν να αμυνθούν οι οφειλέτες αυτοί αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν έναν δικαστικό αγώνα για να αποδείξουν ότι δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε άλλη περίπτωση, που ο οφειλέτης δεν είχε μεν προστασία του νόμου, προσπαθούσε όμως να ρυθμίσει και ήταν σε επικοινωνία με τη διαχειρίστρια, η τελευταία ξεκίνησε αναγκαστική εκτέλεση, αλλά οι κοινοποιήσεις όλων των εγγράφων γίνανε σε διεύθυνση από την οποία ο οφειλέτης είχε αποχωρήσει σχεδόν προ 20ετίας και ενώ είχε γνωστοποιήσει την καινούργια του διεύθυνση στη διαχειρίστρια εταιρεία, η οποία μάλιστα όλα αυτά τα χρόνια απέστειλε και ενημερωτικές επιστολές. Ομως τόσο η διαταγή πληρωμής όσο και η αναγκαστική κατάσχεση και το πρόγραμμα πλειστηριασμού κοινοποιήθηκαν στην παλιά διεύθυνση, με αποτέλεσμα ο οφειλέτης να μη λάβει γνώση εγκαίρως ώστε να αμυνθεί.
Ενα άλλο στοιχείο που παρουσιάζεται κοινό στις παραπάνω περιπτώσεις είναι ότι οι οφειλές για τις οποίες ξεκινάει η ούτως ή άλλως παράνομη διαδικασία υπολείπονται κατά πολύ της αξίας των ακινήτων των οφειλετών, όπως για παράδειγμα στη μία περίπτωση η οφειλή ήταν γύρω στις 37.000€ και η αξία του ακινήτου 180.000 ευρώ και στη δεύτερη περίπτωση η οφειλή ήταν 13.000€ και η αξία του ακινήτου 110.000 ευρώ. Το εντυπωσιακό μάλιστα είναι ότι τόσο σε αυτές τις περιπτώσεις που ήταν ενταγμένες στον νόμο 3869/2010 όσο και στις υπόλοιπες που σας αναφέρω υπήρχε διαδικασία και διαρκής επικοινωνία με την εταιρεία, δεν επρόκειτο δηλαδή για οφειλέτες που δεν επιδίωξαν την τακτοποίηση των οφειλών τους. Δυστυχώς, πάρα πολλοί οφειλέτες που δεν ζητούν εγκαίρως νομική συνδρομή βρίσκονται σε δυσάρεστη θέση, αλλά ακόμα και όσοι έχουν νομική κάλυψη πρέπει να δώσουν πολύ μεγάλο αγώνα γιατί οι διαχειρίστριες εταιρείες απολαμβάνουν ασυλία τόσο νομοθετικά όσο πολύ συχνά και δικαστικά.
