«Αν δικάζομαι για την ανικανότητά μου να διαγνώσω και να προστατεύσω το παιδί μου, δηλώνω ενοχή». Με αυτά τα λόγια η μητέρα μίας εκ των καταγγελλουσών που βρήκαν το θάρρος να μιλήσουν για τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Λάμπρο Φιλίππου, ο οποίος κατηγορείται για βιασμό και απόπειρα βιασμού κατ’ εξακολούθηση σε βάρος δύο γυναικών, καθήλωσε τη δικαστική αίθουσα φέρνοντας δάκρυα στα μάτια κοινού αλλά και ενόρκων. Η δίκη ξεκίνησε την Παρασκευή, σε μία ασφυκτικά γεμάτη αλληλέγγυους αίθουσα στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων, σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα.
Συγκλονιστική ήταν η κατάθεση μητέρας που περιέγραψε πώς έμαθε ότι ο κατηγορούμενος είχε κακοποιήσει τη μικρότερη κόρη της, ενώ εκείνος διατηρούσε σχέση με τη μεγαλύτερη αδελφή της. Η μάρτυρας δήλωσε ότι η αποκάλυψη τη συγκλόνισε, καθώς τον θεωρούσαν μέλος της οικογένειας.
Η γυναίκα αφηγήθηκε πως το 2015 η κόρη της, σε κατάσταση απόγνωσης, αποκάλυψε όσα είχε βιώσει. «Τον πήραν σε ανοιχτή ακρόαση τηλέφωνο μέσα στα κλάματα και στο σοκ, μπροστά σε εμένα και στον σύζυγό μου. Του είπαν “έκανες αυτό, εκείνο”, δεν το αρνήθηκε. Περισσότερο το δέχτηκε», κατέθεσε, περιγράφοντας τη δραματική εκείνη στιγμή.
Οπως είπε, ο κατηγορούμενος «προσπάθησε να μειώσει τη σημασία», λέγοντας: «Ελα μωρέ, αφού με ξέρεις, εγώ σας αγαπώ όλους». «Ούτε καν συγγνώμη δεν ζήτησε, μόνο προσπάθησε να ελαφρύνει αυτό που είχε κάνει. Εγώ του είπα “ντροπή σου, σε είχαμε σαν παιδί μας”», πρόσθεσε.
Η μητέρα εξήγησε ότι το παιδί της βίωνε φόβο και εξάρτηση από τον 43χρονο, ο οποίος «την τρομοκρατούσε για να μην πει τίποτα, για να μη δείξει τίποτα». Οπως είπε, τις τότε αντιδράσεις της κόρης της τις απέδιδε λανθασμένα σε «δύσκολη εφηβεία».
Πρώτη στο βήμα του μάρτυρα είχε ανέβει μια νεαρή γυναίκα που στο παρελθόν είχε καταγγείλει τον ίδιο άνδρα για κακοποίηση, χωρίς όμως η υπόθεσή της να προχωρήσει. Οπως ανέφερε, «ήταν πολύ μικρή και ευάλωτη και δεν μπορούσε να το πει. Το είπε χρόνια αργότερα», περιγράφοντάς τον ως «άνθρωπο χειριστικό που είναι ικανός να σε πείσει πως αυτό που έχεις βιώσει είναι στο μυαλό σου».
Απαντώντας σε ερωτήσεις, η μάρτυρας είπε: «Πίστευα πως ήμασταν ερωτευμένοι και ότι έτσι είναι ο έρωτας. Ηθελε να με κάνει να κλαίω», χαρακτηρίζοντάς τον βίαιο και δηλώνοντας πως χρειάστηκε χρόνια θεραπείας για να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. «Μέχρι το 2021 νόμιζα πως είναι συναινετικό. Φοβόμουν πάρα πολύ τον κατηγορούμενο. Δεν μπορούσα να φύγω».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο 43χρονος εκμεταλλευόταν την ηλικία ή την οικονομική ευαλωτότητα των συντρόφων του, «επιδιώκοντας σχέσεις εξουσίας» και «προκαλώντας κρίσεις που οδηγούσαν σε σεξουαλική πράξη με την ψευδαίσθηση της συναίνεσης».
