Μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο «Χωρίς Εφημερίδα» και στην Άντα Ψαρρά παραχώρησε ο συνταξιοδοτημένος ανώτατος δικαστικός, Χρήστος Ράμμος, ο οποίος έγινε ευρύτατα γνωστός στην ελληνική κοινωνία κατά τη διάρκεια που αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο παρακολουθήσεων καθώς ήταν ο πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ).
Ο κ. Ράμμος, μεταξύ πολλών άλλων, ρωτήθηκε σχετικά με την απογοήτευση που αισθάνονται οι πολίτες με τη δικαιοσύνη αλλά και τον διορισμό των δικαστικών λειτουργών σε άλλα δημόσια αξιώματα μετά την αφυπηρέτησή τους.
Ο πρώην δικαστικός στάθηκε στη νομοθετική πρόβλεψη για την επιλογή της ανώτατης δικαστικής εξουσίας από το υπουργικό συμβούλιο, τονίζοντας πως πρέπει άμεσα να αλλάξει, κάτι όμως που μόνο εύκολο δεν είναι.
«Πρέπει να αποφύγουμε να επεκτείνουμε την κριτική σε όλους ανεξαίρετα τους δικαστικούς λειτουργούς. Κάτι τέτοιο θα ήταν αβάσιμο και άρα άδικο. Υπάρχουν βέβαια δικαστικοί λειτουργοί, κυρίως στους ανώτατους βαθμούς, που κατά καιρούς και διαχρονικά με ενέργειες τους έχουν προβεί σε ενέργειες, για τις οποίες δημιουργείται η υπόνοια ότι πίσω τους κρύβονται πολιτικές σκοπιμότητες. Τα πρόβλημα αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι, όπως και σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους υπάρχουν και λειτουργοί, οι οποίοι εκτελούν πλημμελώς τα καθήκοντα τους, έτσι υπάρχουν και στην Δικαστική Εξουσία τέτοιοι λειτουργοί. Το πρόβλημα έχει, κατά τη γνώμη μου, και μια συγκεκριμένη θεσμική αιτία που αφορά την χώρα μας. Και αυτή η αιτία συνίσταται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 του Συντάγματος, οι πρόεδροι και αντιπρόεδροι των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο) καθώς και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επιλέγονται από το υπουργικό συμβούλιο. Αυτή η συνθήκη δημιουργεί σχέσεις εξαρτήσεως της ηγεσίας της Δικαστικής εξουσίας (δηλαδή μιας από τις τρεις ανεξάρτητες εξουσίες, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα) με την κυβέρνηση (δηλαδή μια άλλη συντεταγμένη εξουσία, την εκτελεστική, την οποία μάλιστα η Δικαστική Εξουσία έχει αρμοδιότητα να ελέγχει). Δεν θέλω, βέβαια, με αυτό να πω ότι, όλοι οι δικαστές που επελέγησαν στις κορυφαίες θέσεις της Δικαστικής Εξουσίας απώλεσαν την ανεξαρτησία τους και θέλησαν να ευνοήσουν την κυβέρνηση που τους επέλεξε. Και εγώ επελέγην στην θέση του Αντιπροέδρου του ΣτΕ με αυτό το σύστημα. Κάποιοι όμως, όπως ήδη είπα, με τις ενέργειες τους δημιούργησαν αντικειμενικά προς τα έξω αυτή την εικόνα. Και αυτό έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά στα μάτια της κοινής γνώμης και της νομικής κοινής γνώμης. Αυτή η θεσμική «αδυναμία» πρέπει να αλλάξει οπωσδήποτε και μάλιστα αυτό πρέπει να γίνει στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει τον προσεχή Νοέμβριο. Το τι θα αντικαταστήσει τον τρόπο αυτό επιλογής της ηγεσίας της Δικαστικής εξουσίας είναι ένα δυσχερές και πολύπλοκο θέμα, το οποίο δεν επιδέχεται μαγικές λύσεις και εύκολες “συνταγές”. Και δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο της παρούσας γενικής συνέντευξης», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Ανάμεσα σε άλλα, ο κ. Ράμμος επισήμανε την ανάγκη να υπάρξει διάταξη σύμφωνα με την οποία να μην αναλαμβάνουν αλλά δημόσια καθήκοντα, τουλάχιστον για κάποιο εύλογο δίαστημα μετά την αφυπηρέτησή του, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δικαστική εξουσία.
«Σε ό,τι αφορά την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων (πχ σε θέσεις διοίκησης σε ανεξάρτητες αρχές) σε δικαστικούς λειτουργούς μετά την συνταξιοδότηση τους, έχει διατυπωθεί η άποψη (και από τους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας και αν δεν κάνω κάποιο λάθος και από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ) ότι πρέπει να μπει στο Σύνταγμα διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι δικαστικοί λειτουργοί θα πρέπει να μην αναλαμβάνουν άλλα δημόσια καθήκοντα πριν από την πάροδο τεσσάρων ετών από την αφυπηρέτηση τους. Έχω μια δυσχέρεια να τοποθετηθώ στο θέμα αυτό, διότι τοποθετήθηκα στην θέση του προέδρου της ΑΔΑΕ ένα μόλις χρόνο μετά την συνταξιοδότηση μου από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ανεξάρτητα όμως από την προσωπική μου περίπτωση, και δεδομένου ότι το θέμα είναι γενικότερο, σκέπτομαι ότι αν μια τέτοια πρόταση θα βοηθούσε στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Δικαστικής Εξουσίας στα μάτια της κοινής γνώμης, εκεί που έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα, θα πρέπει να υιοθετηθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Απαράδεκτες οι υβριστικές επιθέσεις στην ευρωπαϊκή εισαγγελία
Ο κ. Ράμμος ρωτήθηκε σχετικά με τις απαράδεκτες επιθέσεις που εξαπολύουν διάφορα ανώτατα κυβερνητικά στελέχη προς την ευρωπαϊκή εισαγγελία και η απάντησή του δεν αφήνει χώρο για παρερμηνείες.
Συγκεκριμένα τόνισε ότι είναι απαράδεκτες και επικίνδυνες αυτές οι επιθέσεις ενώ έθιξε και την ειρωνική διάσταση αυτών των στοχοποιήσεων, καθώς τα κυβερνητικά στελέχη που το κάνουν αυτοπροβάλλονται ως οι μεγαλύτεροι φιλοευρωπαϊστές. «Όλα αυτά είναι δείγματα μεγάλης πολιτικής και ηθικής παρακμής και δίνουν το λάθος μήνυμα και στην κοινή γνώμη», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Μπορείτε να διαβάσετε την ενδιαφέρουσα συνέντευξη αναλυτικά εδώ.
